Top Ad 728x90

Monday, July 6, 2026

Μέρος 2 : Επέστρεψε Έπειτα από Έξι Χρόνια και Μου Είπε: «Νόμιζα ότι Δεν Με Ήθελες Πια»




Μέρος 2

Τις επόμενες ημέρες το σπίτι έμοιαζε διαφορετικό.

Δεν υπήρχαν φωνές.

Δεν υπήρχε ένταση.

Μόνο μια παράξενη ηρεμία, σαν να μπορούσε επιτέλους το σπίτι να αναπνεύσει ξανά.

Ο Άντριου περπατούσε διστακτικά μέσα στα δωμάτια.

Σαν επισκέπτης.

Σαν να φοβόταν μήπως κάποιος του πει ότι δεν ανήκει εκεί.

Εγώ τον παρακολουθούσα χωρίς να λέω πολλά.

Ήξερα πως έξι χρόνια δεν σβήνονται μέσα σε μία μέρα.

Το επόμενο πρωί ετοίμασα πρωινό.

Τηγανίτες.

Ήταν οι αγαπημένες του όταν ήταν μικρός.

Όταν μπήκε στην κουζίνα, στάθηκε ακίνητος.

«Τι έγινε;» τον ρώτησα.

Χαμογέλασε αμυδρά.

«Νόμιζα ότι είχα ξεχάσει αυτή τη μυρωδιά.»

Έσπρωξα το πιάτο προς το μέρος του.

«Δεν ξέχασα ποτέ τι σου άρεσε.»

Τα μάτια του βούρκωσαν.

«Εγώ προσπαθούσα να ξεχάσω τα πάντα.»

Έφαγε σιωπηλά για λίγα λεπτά.

Ύστερα άφησε το πιρούνι.

«Μαμά... υπάρχει κάτι που πρέπει να σου πω.»

Η καρδιά μου σφίχτηκε.

«Όταν έφυγα... δεν πήγα πολύ μακριά.»

Σήκωσα το βλέμμα.

«Έμεινα για εβδομάδες σε έναν ξενώνα.»

«Μετά δούλευα όπου έβρισκα.»

«Οικοδομές... αποθήκες... εστιατόρια...»

Χαμογέλασε πικρά.

«Υπήρχαν μέρες που κοιμόμουν στο αυτοκίνητο ενός φίλου.»

Ένιωσα να κόβεται η ανάσα μου.

«Γιατί δεν με πήρες ποτέ τηλέφωνο;»

Κατέβασε το κεφάλι.

«Γιατί κάθε φορά που το σκεφτόμουν... θυμόμουν εκείνα τα μηνύματα.»

«Πίστευα πως αν εμφανιζόμουν, θα σε έφερνα σε δύσκολη θέση.»

Έβαλα το χέρι μου πάνω στο δικό του.

«Δεν υπήρξε ούτε μία μέρα που να μην σε περίμενα.»

Έκλεισε τα μάτια.

«Το ξέρω τώρα.»

«Αλλά τότε... δεν μπορούσα να το δω.»

Η φωνή του έσπασε.

«Ξέρεις ποιο ήταν το χειρότερο;»

«Κάθε χρόνο περνούσα από τον δρόμο μας.»

Τον κοίταξα αποσβολωμένη.

«Τι;»

Έγνεψε.

«Σταματούσα λίγο πιο κάτω.»

«Έβλεπα το σπίτι από μακριά.»

«Και μετά έφευγα.»

Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν χωρίς να μπορώ να τα συγκρατήσω.

«Ήσουν τόσο κοντά...»

«Κι όμως τόσο μακριά.»

Χαμογέλασε θλιμμένα.

«Περίμενα να βγω κάποτε λάθος.»

«Να δω ότι με έψαχνες.»

Σηκώθηκα από την καρέκλα.

Πήγα στο συρτάρι της κουζίνας.

Έβγαλα έναν παλιό φάκελο.

Τον άφησα μπροστά του.

«Άνοιξέ τον.»

Τον κοίταξε απορημένος.

Μέσα υπήρχαν δεκάδες γράμματα.

Όλα είχαν το όνομά του.

Δεν είχαν σταλεί ποτέ.

Άρχισε να τα ξεφυλλίζει ένα-ένα.

Ημερομηνίες.

Γενέθλια.

Χριστούγεννα.

Πρωτοχρονιές.

Κάθε χρόνο υπήρχε κι ένα γράμμα.

Στο πρώτο διάβασε δυνατά.

«Αν κάποτε το διαβάσεις αυτό... να θυμάσαι ότι δεν σταμάτησα ούτε μια μέρα να σ' αγαπώ.»

Τα χέρια του έτρεμαν.

Γύρισε στο επόμενο.

«Σήμερα έκλεισες τα είκοσι... εύχομαι να είσαι ασφαλής.»

Μετά άλλο.

«Είδα ένα αγόρι που σου έμοιαζε και έτρεξα πίσω του... δεν ήσουν εσύ.»

Δεν άντεξε άλλο.

Έκλεισε τον φάκελο και ξέσπασε σε λυγμούς.

«Μαμά...»

Έπεσε στην αγκαλιά μου σαν μικρό παιδί.

«Έχασα έξι χρόνια...»

Του χάιδεψα τα μαλλιά.

«Όχι...»

«Μας τα έκλεψαν.»

Εκείνος κούνησε αργά το κεφάλι.

«Τότε ας μην αφήσουμε να μας κλέψουν ούτε μία μέρα ακόμη...»

Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως, όσο βαθιές κι αν ήταν οι πληγές μας, η αγάπη ανάμεσα σε μια μητέρα και τον γιο της ήταν πάντα πιο δυνατή από κάθε ψέμα.


ΜΕΡΟΣ 3












0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90