ΜΕΡΟΣ 2:
Εκείνο το βράδυ δεν γύρισα ποτέ πίσω στο σπίτι των γονιών μου.
Οδήγησα κατευθείαν στο νοσοκομείο.
Η Έλενα καθόταν σιωπηλή στο πίσω κάθισμα, κρατώντας σφιχτά το αρκουδάκι της.
Κάθε τόσο κοιτούσε από το παράθυρο.
Σαν να φοβόταν ότι κάποιος μας ακολουθούσε.
Μόλις φτάσαμε στα επείγοντα, μια παιδίατρος μας υποδέχτηκε με ένα ζεστό χαμόγελο.
Γονάτισε μπροστά στην Έλενα και της είπε ήρεμα:
«Γεια σου, μικρή μου. Θέλω μόνο να δω αν είσαι καλά. Δεν πρόκειται να σε πονέσω.»
Η κόρη μου έγνεψε διστακτικά.
Η γιατρός εξέτασε προσεκτικά το πρόσωπο και τα χέρια της.
Όσο προχωρούσε η εξέταση, το χαμόγελό της εξαφανιζόταν.
Στο τέλος με κάλεσε σε ένα μικρό γραφείο.
«Οι μελανιές δεν μοιάζουν με απλή πτώση», μου είπε ήρεμα.
«Κάποιος φαίνεται να την άρπαξε πολύ δυνατά από τα χέρια.»
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
«Θα καταγράψουμε τα ευρήματα και θα κρατήσουμε φωτογραφίες», συνέχισε.
«Είναι σημαντικό να υπάρχει επίσημο ιατρικό αρχείο.»
Έγνεψα χωρίς να μπορώ να μιλήσω.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν επρόκειτο να αφήσω κανέναν να κρύψει την αλήθεια.
Λίγο αργότερα, το κινητό μου άρχισε να χτυπά ασταμάτητα.
Πρώτα η μητέρα μου.
Μετά ο πατέρας μου.
Ύστερα η αδερφή μου.
Δεν απάντησα.
Λίγα λεπτά αργότερα ήρθε το πρώτο μήνυμα.
«Η Έλενα έπεσε. Αυτό θα πούμε όλοι.»
Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη.
Ήρθε και δεύτερο μήνυμα.
«Μην καταστρέψεις την οικογένεια για μια παρεξήγηση.»
Και μετά τρίτο.
Από την αδερφή μου.
«Αν κάποιος σε ρωτήσει, πες ότι γλίστρησε στην αυλή. Μην κάνεις τα πράγματα χειρότερα.»
Έβγαλα αμέσως στιγμιότυπα οθόνης.
Κάτι μέσα μου έλεγε πως θα τα χρειαζόμουν.
Το επόμενο πρωί χτύπησε το κουδούνι.
Ήταν η μητέρα μου.
Κρατούσε στα χέρια της μια σακούλα με τα παιχνίδια της Έλενας.
«Ήρθα να τα φέρω», είπε.
Την άφησα να μπει.
Κάθισε απέναντί μου και άρχισε να κλαίει.
«Σε παρακαλώ, μην προχωρήσεις άλλο αυτή την ιστορία.»
«Γιατί;» τη ρώτησα.
«Η Άννα μπορεί να χάσει τη δουλειά της.»
Την κοίταξα αποσβολωμένος.
«Η εγγονή σου τραυματίστηκε... και εσύ ανησυχείς για τη δουλειά της θείας της;»
Κατέβασε το βλέμμα.
Δεν απάντησε.
Εκείνη τη στιγμή άκουσα τη μικρή φωνή της Έλενας από το σαλόνι.
«Μπαμπά...»
Πήγα αμέσως κοντά της.
Με τράβηξε από το χέρι και μου έδειξε το αρκουδάκι της.
«Έχει κάτι μέσα...»
Παραξενεύτηκα.
Το αρκουδάκι ήταν σκισμένο στο πλάι.
Όταν άνοιξα προσεκτικά τη ραφή, έπεσε στο πάτωμα ένα μικρό ηλεκτρονικό αντικείμενο.
Ήταν μια παιδική συσκευή καταγραφής φωνής.
Θυμήθηκα αμέσως.
Της το είχα αγοράσει λίγες εβδομάδες πριν για να ηχογραφεί παραμύθια πριν κοιμηθεί.
Είχα ξεχάσει τελείως ότι βρισκόταν ακόμη μέσα στο αρκουδάκι.
Με τρεμάμενα χέρια πάτησα το κουμπί αναπαραγωγής.
Στην αρχή ακούγονταν μόνο παιδικά γέλια.
Μετά μουσική.
Ξαφνικά...
η φωνή της αδερφής μου ακούστηκε καθαρά.
«Πόσες φορές θα σου πω να μην αγγίζεις τίποτα;»
Ακολούθησε το τρομαγμένο κλάμα της Έλενας.
Και αμέσως μετά...
ο χαρακτηριστικός ήχος από ένα δυνατό χαστούκι.
Έκλεισα τα μάτια μου.
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.
Όμως η ηχογράφηση δεν είχε τελειώσει.
Ακούστηκε η φωνή της μητέρας μου.
«Ηρέμησε... κάποιος μπορεί να ακούσει.»
Και η αδερφή μου απάντησε ψυχρά:
«Τότε θα πούμε ότι έπεσε.»
Πάγωσα.
Δεν ήταν μόνο η Άννα.
Οι γονείς μου γνώριζαν την αλήθεια από την πρώτη στιγμή.
Και είχαν αποφασίσει να την κρύψουν.
Έσφιξα τη συσκευή στα χέρια μου.
Γιατί πλέον δεν είχα μόνο υποψίες.
Είχα απόδειξη.
Και αυτή η απόδειξη...
θα άλλαζε για πάντα την οικογένειά μας.
Συνεχίζεται στο Μέρος 3... ❤️

0 comments:
Post a Comment