ΜΕΡΟΣ 2 — Ο ΨΕΥΤΙΚΟΣ ΦΙΛΟΣ ΕΙΧΕ ΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΟ… ΚΑΙ Ο ΤΖΟΡΝΤΑΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, η αυλή άρχισε να ξαναζωντανεύει.
Η μουσική δυνάμωσε.
Τα παιδιά επέστρεψαν στην πισίνα.
Οι γείτονες άρχισαν να μιλούν ξανά, αν και τα βλέμματα που έριχναν προς την πύλη έδειχναν ότι κανείς δεν είχε ξεχάσει τη σκηνή που είχε μόλις εκτυλιχθεί.
Ο Τζόρνταν είχε φύγει.
Η Πέρσι είχε φύγει μαζί του.
Και το μικρό κουτί με τις αναμνήσεις των παιδιών είχε μείνει πάνω στο τραπέζι.
Αλλά εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω να κοιτάζω τον Κλαρκ.
Ο άντρας που είχα προσλάβει για να υποδυθεί τον φίλο μου στεκόταν ακόμα δίπλα μου.
Ήρεμος.
Χαμογελαστός.
Σαν να μην είχε μόλις αντιμετωπίσει έναν άντρα που είχε περάσει είκοσι χρόνια προσπαθώντας να με κάνει να πιστέψω ότι δεν άξιζα τίποτα.
«Δεν χρειάζεται να μείνεις άλλο», του είπα τελικά.
Ο Κλαρκ γύρισε προς το μέρος μου.
«Το ξέρω.»
«Εννοώ… η δουλειά τελείωσε.»
«Το ξέρω κι αυτό.»
«Τότε γιατί είσαι ακόμα εδώ;»
Το χαμόγελό του έγινε πιο απαλό.
«Ίσως επειδή θέλω να είμαι.»
Τα λόγια του με αιφνιδίασαν.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Για είκοσι χρόνια, είχα συνηθίσει να διαβάζω το πρόσωπο του Τζόρνταν.
Να καταλαβαίνω από τον τόνο της φωνής του αν ήταν θυμωμένος.
Να προβλέπω τι θα τον ενοχλούσε.
Να προσαρμόζω τη ζωή μου γύρω από τις ανάγκες του.
Είχα ξεχάσει πώς ήταν να στέκεται κάποιος δίπλα μου χωρίς να ζητά τίποτα.
«Μαμά!»
Η φωνή του Ίθαν διέκοψε τη στιγμή.
Γύρισα.
Ο γιος μου στεκόταν λίγα μέτρα μακριά, κρατώντας ακόμα το άδειο περιτύλιγμα από το κουτί.
«Μπορώ να σου μιλήσω;»
Κοίταξα τον Κλαρκ.
Εκείνος έγνεψε.
«Θα είμαι εδώ.»
Ακολούθησα τον Ίθαν μέχρι την άλλη πλευρά της αυλής.
Μόλις απομακρυνθήκαμε από τους καλεσμένους, χαμήλωσε τη φωνή του.
«Μαμά… συγγνώμη.»
«Για ποιο πράγμα;»
«Για τον μπαμπά.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.
«Δεν είναι δικό σου φταίξιμο.»
«Το ξέρω. Αλλά…»
Κοίταξε προς την πύλη.
«Δεν ήθελα να τον κάνω να φύγει έτσι.»
«Ίθαν, εκείνος επέλεξε να φύγει.»
«Ναι, αλλά εγώ του έδωσα το κουτί.»
«Το ξέρω.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Ήθελα μόνο να θυμηθεί.»
Πήρα το πρόσωπό του στα χέρια μου.
«Τι ήθελες να θυμηθεί;»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Ότι ήμασταν παιδιά του πριν γίνει κάποιος άλλος.»
Τα λόγια του με διέλυσαν.
Τον αγκάλιασα σφιχτά.
Και τότε κατάλαβα κάτι.
Το κουτί δεν ήταν εκδίκηση.
Ήταν ένας αποχαιρετισμός.
Τα παιδιά μου δεν προσπαθούσαν να τιμωρήσουν τον πατέρα τους.
Προσπαθούσαν να του δώσουν μια τελευταία ευκαιρία να θυμηθεί ποιος ήταν.
Κι εκείνος την πέταξε μακριά.
«Είσαι καλά;» με ρώτησε ο Ίθαν.
Σκούπισα τα μάτια μου.
«Τώρα είμαι.»
Και αυτή τη φορά το εννοούσα.
Το πάρτι τελείωσε αργά το απόγευμα.
Οι τελευταίοι καλεσμένοι έφυγαν.
Τα παιδιά μάζεψαν τα ποτήρια.
Η μουσική σταμάτησε.
Η αυλή ησύχασε.
Κι εγώ έμεινα στην κουζίνα, μαζεύοντας τα τελευταία πιάτα.
Ο Κλαρκ εμφανίστηκε στην πόρτα.
«Χρειάζεσαι βοήθεια;»
«Είσαι ακόμα εδώ;»
«Αρχίζω να πιστεύω ότι με απολύεις κάθε δέκα λεπτά.»
Γέλασα.
«Δεν είμαι συνηθισμένη να έχει κάποιος λόγο να μείνει.»
Αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε.
Πλησίασε.
«Τότε ίσως πρέπει να το συνηθίσεις.»
Τα λόγια του έμειναν ανάμεσά μας.
Ένιωσα κάτι μέσα μου να μετακινείται.
«Κλαρκ…»
«Ναι;»
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.»
«Ρώτα.»
«Πόσο από αυτό που έκανες σήμερα ήταν μέρος της δουλειάς σου;»
Σιωπή.
Εκείνος με κοίταξε.
«Ποιο κομμάτι;»
«Το χέρι στην πλάτη μου. Ο τρόπος που μιλούσες στα παιδιά. Ο τρόπος που με κοιτούσες όταν ο Τζόρνταν με κορόιδευε.»
Ο Κλαρκ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Θες την αλήθεια;»
«Ναι.»
«Στην αρχή, όλα ήταν μέρος της δουλειάς.»
Ένιωσα ένα μικρό τσίμπημα απογοήτευσης.
Αλλά συνέχισε.
«Μετά όμως… όχι.»
Δεν μίλησα.
«Όταν σε συνάντησα στην καφετέρια, πίστευα ότι θα υποδυθώ έναν ρόλο για λίγες ώρες. Ήσουν απλώς μια πελάτισσα που χρειαζόταν βοήθεια.»
Χαμογέλασε αχνά.
«Μετά σε άκουσα να μιλάς για τα παιδιά σου.»
Σταμάτησε.
«Και κατάλαβα ότι δεν χρειαζόσουν κάποιον να προσποιηθεί ότι σε θέλει.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Τότε τι χρειαζόμουν;»
«Κάποιον να σου θυμίσει ότι αξίζεις να σε θέλουν.»
Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα δάκρυ.
Το σκούπισα γρήγορα.
Ο Κλαρκ έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
«Και δεν το λέω επειδή πληρώνομαι.»
Γέλασα μέσα από τα δάκρυά μου.
«Ευτυχώς.»
«Γιατί;»
«Γιατί αν μου ζητήσεις επιπλέον χρέωση για κάθε φορά που με έκανες να χαμογελάσω σήμερα, θα χρεοκοπήσω.»
Γέλασε.
Και για πρώτη φορά, το σπίτι δεν μου φάνηκε άδειο.
Το επόμενο πρωί, ξύπνησα από έναν ήχο που είχα ξεχάσει.
Το τηλέφωνό μου χτυπούσε.
Ήταν ο Τζόρνταν.
Το άφησα να χτυπά.
Σταμάτησε.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ήρθε ένα μήνυμα.
«Πρέπει να μιλήσουμε.»
Το διάβασα.
Δεν απάντησα.
Ένα δεύτερο μήνυμα.
«Δεν ήταν δίκαιο αυτό που έγινε χθες.»
Σχεδόν γέλασα.
Δεν ήταν δίκαιο;
Για ποιον;
Για τον άντρα που είχε εγκαταλείψει τα παιδιά του;
Για τον άντρα που είχε εμφανιστεί στο πάρτι τους με μια γυναίκα που παρουσίαζε ως τη νέα του οικογένεια;
Ή για τον άντρα που είχε γελάσει μπροστά σε όλους επειδή η πρώην σύζυγός του τόλμησε να σταθεί δίπλα σε έναν άλλο άντρα;
Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.
Αυτή τη φορά ήταν η κόρη μου.
«Μαμά, ο μπαμπάς ήρθε έξω από το σχολείο.»
Πάγωσα.
«Τι;»
«Προσπαθεί να μιλήσει στον Ίθαν.»
Σηκώθηκα αμέσως.
«Πού είσαι;»
«Στο σχολείο.»
«Μείνε εκεί. Έρχομαι.»
Πήρα τα κλειδιά μου.
Πριν προλάβω να ανοίξω την πόρτα, άκουσα έναν κινητήρα να σταματά έξω από το σπίτι.
Γύρισα.
Ένα μαύρο αυτοκίνητο είχε σταματήσει μπροστά στην αυλή.
Ο Κλαρκ κατέβηκε από τη θέση του οδηγού.
«Δεν περίμενα να σε δω τόσο σύντομα», είπα.
«Ούτε εγώ.»
«Πώς ήξερες ότι…»
«Ο Ίθαν με πήρε τηλέφωνο.»
Έμεινα άφωνη.
«Τι;»
Ο Κλαρκ έδειξε το τηλέφωνό του.
«Μου ζήτησε να έρθω.»
«Γιατί;»
Ο Κλαρκ με κοίταξε σοβαρά.
«Δεν ξέρω.»
Τότε το δικό μου τηλέφωνο άρχισε να χτυπά ξανά.
Ήταν ο Τζόρνταν.
Απάντησα.
«Τι θέλεις;»
Η φωνή του ήταν διαφορετική.
Δεν υπήρχε ειρωνεία.
Δεν υπήρχε γέλιο.
Υπήρχε μόνο θυμός.
«Θέλω να μου πεις ποιος είναι πραγματικά αυτός ο άντρας.»
Κοίταξα τον Κλαρκ.
«Είναι ο άνθρωπος που προσέλαβα.»
«Δεν σε ρωτάω αυτό.»
«Τότε τι ρωτάς;»
«Ποιος είναι πραγματικά;»
Σιωπή.
«Γιατί ο γιος μας τον εμπιστεύεται;»
Τα μάτια μου στένεψαν.
«Δεν ξέρω.»
«Και γιατί βρήκα το όνομά του σε κάτι που αφορά εμένα;»
Η καρδιά μου σταμάτησε για μια στιγμή.
«Τι εννοείς;»
Ο Τζόρνταν δεν απάντησε αμέσως.
Μετά είπε κάτι που έκανε το αίμα μου να παγώσει.
«Ο Κλαρκ δεν είναι απλώς ηθοποιός, έτσι δεν είναι;»
Γύρισα αργά προς τον άντρα που στεκόταν μπροστά μου.
Εκείνος με κοιτούσε.
Και ξαφνικά, το χαμόγελό του είχε εξαφανιστεί.
«Τζόρνταν», είπα αργά, «τι ξέρεις για τον Κλαρκ;»
«Αυτό προσπαθώ να μάθω από εσένα.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Κοίταξέ τον.»
Το έκανα.
Ο Κλαρκ στεκόταν ακίνητος.
«Τι βλέπεις;» ρώτησε ο Τζόρνταν.
«Τον φίλο μου.»
«Όχι.»
Η φωνή του έγινε ψυχρή.
«Βλέπεις τον άντρα που έψαχνα εδώ και τρία χρόνια.»
Το τηλέφωνο γλίστρησε σχεδόν από το χέρι μου.
«Γιατί;»
«Γιατί κάποιος έκλεψε χρήματα από την εταιρεία μου πριν από τρία χρόνια.»
Σταμάτησα να αναπνέω.
«Και ο άνθρωπος που τα πήρε…»
Ο Τζόρνταν σταμάτησε.
«Είχε έναν συνεργό.»
Κοίταξα ξανά τον Κλαρκ.
«Τζόρνταν…»
«Το όνομά του ήταν Κλαρκ.»
Η γραμμή έκλεισε.
Έμεινα ακίνητη.
Ο Κλαρκ με κοιτούσε.
«Πες μου ότι δεν είναι αλήθεια», ψιθύρισα.
Δεν απάντησε.
«Κλαρκ…»
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
«Δεν ήθελα να το μάθεις έτσι.»
Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος.
«Τι ακριβώς δεν ήθελες να μάθω;»
Ο Κλαρκ κατέβασε το βλέμμα.
Και τότε είδα κάτι στο χέρι του.
Ένα μικρό, παλιό μεταλλικό κλειδί.
Το αναγνώρισα αμέσως.
Ήταν το κλειδί της θυρίδας που είχε ανοίξει ο Τζόρνταν λίγο πριν από το διαζύγιό μας.
Το ίδιο κλειδί που πίστευα ότι είχε χαθεί για πάντα.
Σήκωσα το βλέμμα μου.
«Πού το βρήκες αυτό;»
Ο Κλαρκ δεν μίλησε.
Έκανα ένα βήμα πίσω.
«Ποιος είσαι πραγματικά;»
Και αυτή τη φορά, ο άντρας που είχε προσληφθεί για να υποδυθεί τον φίλο μου δεν χαμογέλασε.
«Είμαι ο άνθρωπος που ο Τζόρνταν προσπαθεί να βρει εδώ και τρία χρόνια.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
«Και τώρα που με βρήκε…»
Ο Κλαρκ κοίταξε προς την πόρτα.
«Δεν κινδυνεύω μόνο εγώ.»
«Τότε ποιος;»
Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
«Εσύ.»
Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα μπροστά στο σπίτι.
Η πόρτα άνοιξε.
Και ο Τζόρνταν βγήκε έξω.
Αλλά αυτή τη φορά…
δεν ήταν μόνος.
Δίπλα του στεκόταν ένας άντρας που δεν είχα ξαναδεί ποτέ.
Και μόλις ο Κλαρκ τον είδε, το πρόσωπό του έχασε κάθε ίχνος χρώματος.
«Όχι…» ψιθύρισε.
«Τον ξέρεις;» ρώτησα.
Ο Κλαρκ έκανε ένα βήμα πίσω.
«Ναι.»
«Ποιος είναι;»
Με κοίταξε με τρόμο.
«Ο άνθρωπος που νόμιζα ότι είχα αφήσει πίσω μου για πάντα.»
Η πόρτα του αυτοκινήτου έκλεισε.
Ο άγνωστος άντρας άρχισε να περπατά προς το μέρος μας.
Και τότε κατάλαβα ότι το πάρτι στην πισίνα δεν ήταν το τέλος της ιστορίας μου με τον Τζόρνταν.
Ήταν μόνο η αρχή μιας αλήθειας που κανείς μας δεν ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει.

0 comments:
Post a Comment