ΜΕΡΟΣ 4 — ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ
Για πρώτη φορά μετά από πολλές εβδομάδες, το σπίτι μας έμοιαζε ξανά με σπίτι.
Όχι με τόπο εγκλήματος.
Όχι με σκηνή έρευνας.
Όχι με έναν χώρο γεμάτο αστυνομικούς, φωτογραφίες, αποδεικτικά στοιχεία και ερωτήσεις.
Απλώς το σπίτι μας.
Κι όμως, τίποτα δεν ήταν πραγματικά όπως πριν.
Ο Ντάνιελ είχε επιστρέψει, αλλά η ζωή μας είχε αλλάξει.
Είχαμε μάθει και οι δύο ότι μπορείς να αγαπάς κάποιον βαθιά και ταυτόχρονα να είσαι θυμωμένος μαζί του.
Μπορείς να χαίρεσαι που είναι ζωντανός και, την ίδια στιγμή, να δυσκολεύεσαι να τον εμπιστευτείς.
Και μπορείς να συγχωρείς κάποιον χωρίς να ξεχνάς ποτέ πόσο κοντά έφτασες στο να τον χάσεις.
Ένα απόγευμα, καθώς τακτοποιούσα μερικά παλιά κουτιά στη σοφίτα, βρήκα κάτι που δεν είχα ξαναδεί.
Ένα μικρό ξύλινο κουτί.
Ήταν κρυμμένο κάτω από μια στοίβα παλιών φακέλων του πατέρα μου.
Το άνοιξα.
Μέσα υπήρχαν σημειώσεις.
Πολλές σημειώσεις.
Και στο κάτω μέρος, ένας φάκελος με το όνομά μου.
«Άμπερ».
Πάγωσα.
Ο πατέρας μου είχε πεθάνει χρόνια πριν.
Δεν θυμόμουν ποτέ να μου είχε αφήσει κάτι προσωπικό.
Έβγαλα τον φάκελο με τρεμάμενα χέρια.
Μέσα υπήρχε ένα γράμμα.
Το διάβασα μία φορά.
Μετά δεύτερη.
Και ύστερα κάθισα στο πάτωμα.
Ο πατέρας μου είχε γράψει το γράμμα λίγο πριν πεθάνει.
Δεν γνώριζε αν θα κατάφερνε ποτέ να ολοκληρώσει την έρευνά του.
Δεν γνώριζε αν θα προλάβαινε να αποδείξει ότι ο Άμος είχε παραποιήσει στοιχεία.
Αλλά υπήρχε κάτι που είχε καταλάβει.
Ο Άμος δεν φοβόταν την αστυνομία.
Δεν φοβόταν τους δημοσιογράφους.
Δεν φοβόταν καν τις οικογένειες των θυμάτων.
Φοβόταν μόνο ένα πράγμα.
Να βρεθεί κάποιος που θα καταλάβαινε το μοτίβο.
Τα λουλούδια.
Τα εκατό κίτρινα τριαντάφυλλα.
Τα τρία κόκκινα σημάδια.
Ο πατέρας μου είχε καταλάβει ότι δεν ήταν απλώς ένα τελετουργικό.
Ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας.
Ο Άμος έστελνε ένα μήνυμα.
«Ξέρω ότι με ψάχνεις.»
Το γράμμα έπεσε από τα χέρια μου.
Και τότε κατάλαβα κάτι που με έκανε να ανατριχιάσω.
Ο πατέρας μου δεν είχε απλώς ερευνήσει τον Άμος.
Είχε αφήσει πίσω του έναν χάρτη.
Έναν χάρτη που περίμενε τον σωστό άνθρωπο για να τον διαβάσει.
Και αυτός ο άνθρωπος δεν ήμουν εγώ.
Ήταν ο Ντάνιελ.
Τον βρήκα στο γραφείο του.
«Πρέπει να δεις κάτι.»
Σήκωσε το βλέμμα.
Του έδωσα το γράμμα.
Το διάβασε αργά.
Όσο προχωρούσε, το πρόσωπό του άλλαζε.
«Άμπερ…»
«Τι;»
«Αυτό εξηγεί τα πάντα.»
«Τι εξηγεί;»
Άνοιξε έναν φάκελο που είχε κρατήσει από την αρχική έρευνα.
«Τα τρία κόκκινα σημάδια.»
Κοίταξα τα χαρτιά.
«Ο πατέρας σου πίστευε ότι δεν αντιπροσώπευαν μόνο τα τρία θύματα.»
«Τότε τι;»
Ο Ντάνιελ άνοιξε μια παλιά φωτογραφία.
Στην εικόνα υπήρχαν τρεις γυναίκες.
Και πίσω τους, ένας άντρας.
Ο Άμος.
Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο.
Ένα τέταρτο πρόσωπο.
Ένας άντρας που στεκόταν στο βάθος.
Δεν μπορούσα να δω καθαρά το πρόσωπό του.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησα.
Ο Ντάνιελ δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν ξέρω.»
«Μα ο πατέρας μου ήξερε;»
«Ίσως.»
Ένιωσα ξαφνικά το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
«Τι εννοείς ίσως;»
Ο Ντάνιελ γύρισε τη φωτογραφία.
Στο πίσω μέρος υπήρχε μια ημερομηνία.
Και από κάτω, μια χειρόγραφη φράση.
«Ο Άμος δεν ήταν μόνος.»
Έμεινα ακίνητη.
Για τόσες μέρες πιστεύαμε ότι η ιστορία είχε τελειώσει.
Ο Άμος είχε συλληφθεί.
Οι οικογένειες είχαν πάρει απαντήσεις.
Η δικαιοσύνη είχε αποδοθεί.
Αλλά ξαφνικά όλα έμοιαζαν διαφορετικά.
«Ντάνιελ…»
«Το ξέρω.»
«Υπάρχει κάποιος άλλος;»
Δεν απάντησε.
Για πρώτη φορά από τότε που τον γνώρισα, είδα κάτι στα μάτια του που δεν είχα ξαναδεί.
Φόβο.
Όχι για τον εαυτό του.
Για μένα.
«Πρέπει να πάρουμε τον Κέλαν», είπε.
Και τότε το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Άγνωστος αριθμός.
Κοιταχτήκαμε.
Κανείς μας δεν μίλησε.
Το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπά.
Τελικά, απάντησα.
«Παρακαλώ;»
Σιωπή.
«Ποιος είναι;»
Μια αντρική φωνή ακούστηκε στην άλλη άκρη.
Ήρεμη.
Σχεδόν ψιθυριστή.
«Ο πατέρας σου δεν έπρεπε ποτέ να αφήσει αυτά τα αρχεία.»
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
Ο Ντάνιελ σηκώθηκε αμέσως.
«Ποιος είσαι;»
Η φωνή γέλασε χαμηλά.
«Ρώτα τον άντρα σου.»
Και η γραμμή έκλεισε.
Κοίταξα τον Ντάνιελ.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Δεν ξέρω.»
«Μου είπε να σε ρωτήσω.»
«Άμπερ, δεν ξέρω ποιος ήταν.»
Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά.
Αυτή τη φορά δεν απάντησα.
Ένα μήνυμα είχε μόλις φτάσει.
«Εκατό λουλούδια ήταν για εκείνον που ήξερε. Τρία κόκκινα ήταν για εκείνους που χάθηκαν. Το επόμενο μπουκέτο θα είναι για εκείνη που έμεινε.»
Το αίμα μου πάγωσε.
Ο Ντάνιελ πήρε το τηλέφωνό μου.
«Πρέπει να φύγουμε από εδώ.»
«Πού;»
«Οπουδήποτε εκτός από το σπίτι.»
Τρέξαμε προς την πόρτα.
Αλλά πριν προλάβουμε να την ανοίξουμε, ακούσαμε κάτι.
Έναν ήχο έξω.
Ένα αυτοκίνητο.
Σταμάτησε ακριβώς μπροστά στο σπίτι.
Ο Ντάνιελ με τράβηξε πίσω.
Κοιτάξαμε μέσα από το παράθυρο.
Ένας άντρας βγήκε από το αυτοκίνητο.
Κρατούσε κάτι στα χέρια του.
Ένα μεγάλο κουτί.
Ο Ντάνιελ ψιθύρισε:
«Μην κουνηθείς.»
Ο άντρας πλησίασε την πόρτα.
Χτύπησε.
Μία φορά.
Δύο.
Τρεις.
Και τότε άφησε το κουτί στο κατώφλι.
Πριν φύγει, γύρισε προς το παράθυρο.
Σαν να ήξερε ότι στεκόμασταν εκεί.
Σαν να μας κοιτούσε κατευθείαν στα μάτια.
Μετά μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε.
Ο Ντάνιελ κάλεσε αμέσως την αστυνομία.
Όταν έφτασε ο Κέλαν, κανείς μας δεν πλησίασε το κουτί.
Οι αστυνομικοί το εξέτασαν προσεκτικά.
Και τότε το άνοιξαν.
Μέσα υπήρχαν λουλούδια.
Όχι εκατό.
Όχι τρία.
Μόνο ένα.
Ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.
Κάτω από αυτό υπήρχε ένας φάκελος.
Ο Κέλαν τον άνοιξε.
Το πρόσωπό του άλλαξε.
«Τι γράφει;» ρώτησα.
Με κοίταξε.
«Άμπερ… καλύτερα να καθίσεις.»
«Τι γράφει;»
Μου έδωσε το χαρτί.
Υπήρχε μόνο μία πρόταση.
«Ο Άμος πήρε μαζί του το μυστικό του. Εγώ κράτησα το δικό μου.»
Κοίταξα τον Ντάνιελ.
Και τότε κατάλαβα.
Η υπόθεση μπορεί να είχε τελειώσει για την αστυνομία.
Ο Άμος μπορεί να ήταν στη φυλακή.
Αλλά κάποιος άλλος γνώριζε την αλήθεια.
Κάποιος που είχε παρακολουθήσει τα πάντα.
Κάποιος που γνώριζε τον πατέρα μου.
Κάποιος που ήξερε τον Ντάνιελ.
Και, το πιο τρομακτικό απ' όλα…
Κάποιος που γνώριζε εμένα.
Ο Κέλαν πήρε το γράμμα και το κοίταξε ξανά.
«Δεν νομίζω ότι αυτό ήταν απειλή.»
«Τότε τι ήταν;»
Ο Ντάνιελ απάντησε πριν προλάβει εκείνος.
«Προειδοποίηση.»
Κοίταξα το μοναδικό κίτρινο τριαντάφυλλο.
Και για πρώτη φορά κατάλαβα κάτι.
Τα εκατό λουλούδια δεν ήταν το τέλος της ιστορίας.
Ήταν μόνο η αρχή.
Γιατί ο άνθρωπος που τα έστειλε ήθελε να μας κάνει να κοιτάξουμε τον Άμος.
Να πιστέψουμε ότι η υπόθεση τελείωσε μαζί του.
Ενώ όλο αυτό το διάστημα…
κάποιος άλλος περίμενε στη σκιά.
Και τώρα ήξερε ότι είχαμε βρει το τελευταίο μυστικό του πατέρα μου.
Και αυτή τη φορά, το επόμενο μήνυμα δεν θα ήταν για τον Ντάνιελ.
Θα ήταν για μένα.

0 comments:
Post a Comment