ΜΕΡΟΣ 2 — «Στο νοσοκομείο η κόρη μου είπε μόνο μία πρόταση στον γιατρό — και αυτή η πρόταση έκανε τους πάντες να καταλάβουν ότι η μελανιά δεν ήταν ατύχημα»
Η κλινική ήταν σχεδόν άδεια όταν φτάσαμε.
Η Σοφία καθόταν στο πίσω κάθισμα κρατώντας ένα μικρό μπρελόκ σε σχήμα μαϊμούς που της είχα φέρει από ένα ταξίδι.
Δεν μιλούσε.
Ούτε εγώ.
Κάθε τόσο κοιτούσα τον καθρέφτη.
«Πονάει;»
«Λίγο.»
«Πολύ;»
«Όταν κάθομαι.»
Έσφιξα το τιμόνι.
«Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα;»
Μετά από αρκετά δευτερόλεπτα απάντησε:
«Φοβόμουν.»
«Από μένα;»
«Όχι.»
Η απάντηση αυτή με διέλυσε.
Στην κλινική, μια νοσοκόμα μάς υποδέχτηκε και άρχισε να κάνει ερωτήσεις.
Όταν είδε τη μελανιά, η έκφρασή της άλλαξε.
Όχι πολύ.
Αλλά αρκετά.
«Πώς έγινε αυτό;»
Η Σοφία με κοίταξε.
Έπειτα κοίταξε τη νοσοκόμα.
«Χτύπησα.»
«Πώς;»
Σιωπή.
«Σοφία;»
Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν.
«Η μαμά μου με έσπρωξε.»
Το δωμάτιο πάγωσε.
Η γιατρός μπήκε λίγο αργότερα.
Την εξέτασε προσεκτικά και μου ζήτησε να περιμένω έξω για λίγο.
Ήθελα να μείνω.
Αλλά ήξερα γιατί το έκανε.
Έτσι βγήκα στον διάδρομο.
Και περίμενα.
Ένα λεπτό.
Πέντε.
Δέκα.
Κάθε λεπτό έμοιαζε με ώρα.
Το κινητό μου δονήθηκε.
Μήνυμα από τη Μαριάνα.
Άργησα. Το δείπνο με τον πελάτη κράτησε περισσότερο. Έχει φάει η Σόφι;
Κοίταξα την οθόνη.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου, μια απλή πρόταση από τη γυναίκα μου φαινόταν σαν κάτι ξένο.
Τότε ήρθε δεύτερο μήνυμα.
Γιατί δεν απαντάς;
Δεν απάντησα.
Λίγα λεπτά αργότερα η γιατρός βγήκε.
«Ο τραυματισμός είναι σημαντικός.»
«Έχει σπάσει κάτι;»
«Δεν φαίνεται να υπάρχει κάταγμα, αλλά θέλουμε απεικόνιση για να είμαστε βέβαιοι.»
Έγνεψα.
«Υπάρχει όμως κάτι άλλο.»
«Τι;»
Η γιατρός με κοίταξε σοβαρά.
«Δεν είναι η πρώτη φορά που η μητέρα της την σπρώχνει.»
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν.
«Τι σας είπε;»
«Θα σας εξηγήσουμε περισσότερα αφού ολοκληρώσουμε την εξέταση.»
Λίγο αργότερα η Σοφία επέστρεψε.
Κάθισα δίπλα της.
«Είσαι καλά;»
Έγνεψε.
«Μπαμπά;»
«Ναι;»
«Δεν ήθελα να φύγει η μαμά.»
Η καρδιά μου σταμάτησε.
«Τι εννοείς;»
«Δεν θέλω να είναι κακιά.»
Αυτή η φράση με συγκλόνισε περισσότερο από όλα.
Γιατί ένα παιδί μπορεί να αγαπάει ακόμα τον άνθρωπο που το πληγώνει.
Και αυτό δεν κάνει τον πόνο λιγότερο αληθινό.
Η κοινωνική λειτουργός ήρθε λίγο αργότερα.
Μίλησε μαζί μου.
Μετά μίλησε μόνη της με τη Σοφία.
Και τότε άρχισε να βγαίνει η αλήθεια.
Υπήρχαν κι άλλα περιστατικά.
Ένα δυνατό τράβηγμα από το χέρι.
Μια φορά που η Μαριάνα την έβαλε μόνη στο πλυσταριό.
Μια άλλη φορά που της είπε να μην κλάψει.
Και κάθε φορά υπήρχε η ίδια φράση:
«Μην το πεις στον μπαμπά.»
Έκλεισα τα μάτια.
Ήμουν ο πατέρας της.
Και εκείνη είχε μάθει να με προστατεύει από την αλήθεια.
Ο γιατρός μού είπε ότι, λόγω της ηλικίας της και της φύσης των τραυματισμών, θα έπρεπε να γίνει επίσημη αναφορά.
«Κάντε την», είπα.
Δεν δίστασα.
Ούτε ένα δευτερόλεπτο.
Το ίδιο βράδυ, η Σοφία δεν επέστρεψε στο σπίτι.
Και για πρώτη φορά κατάλαβα ότι το σπίτι που θεωρούσα ασφαλές δεν ήταν πλέον σπίτι.
Ήταν τόπος εγκλήματος.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment