ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΚΛΑΡΑ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΗΓΟ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΕΙ, ΕΝΩ ΟΙ ΧΑΜΙΛΤΟΝ ΕΤΟΙΜΑΖΑΝ ΗΔΗ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ
Το δωμάτιο ανάκρισης ήταν μικρό και κρύο.
Η Κλάρα καθόταν μόνη.
Τα χέρια της έτρεμαν.
Δεν είχε χρήματα για δικηγόρο.
Δεν είχε οικογένεια με δύναμη.
Δεν είχε ανθρώπους που θα μπορούσαν να εμφανιστούν και να πουν:
«Εγγυώμαι για εκείνη.»
Για τους αστυνομικούς, ήταν απλώς μια ύποπτη γυναίκα.
«Πού βρισκόσουν όταν εξαφανίστηκε το κόσμημα;»
«Στην κουζίνα.»
«Ποιος μπορεί να το επιβεβαιώσει;»
Η Κλάρα πάγωσε.
Ποιος;
Ήταν μόνη της.
Όπως σχεδόν κάθε μέρα.
Και ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο εύκολο ήταν να κατηγορηθεί ένας άνθρωπος που δεν είχε μάρτυρες.
«Δεν το πήρα», επανέλαβε.
Ο αστυνομικός έγραψε κάτι.
Η Κλάρα κοίταξε το χαρτί.
Ήθελε να φωνάξει.
Να τους κάνει να καταλάβουν.
Αλλά δεν ήξερε πώς.
Αργότερα την άφησαν να φύγει.
Δεν ήταν ελεύθερη πραγματικά.
Ήξερε ότι η υπόθεση δεν είχε τελειώσει.
Όταν επέστρεψε στο μικρό της σπίτι, κάθισε στο κρεβάτι και έκλαψε για ώρες.
Την επόμενη μέρα, χτύπησε η πόρτα.
Ένας φάκελος.
Δικαστική κλήση.
Η Κλάρα τον άνοιξε με τρεμάμενα χέρια.
Το όνομά της ήταν εκεί.
Η λέξη «κλοπή» βρισκόταν δίπλα του.
Το νέο διαδόθηκε γρήγορα.
Άνθρωποι που κάποτε της χαμογελούσαν τώρα απέστρεφαν το βλέμμα.
Η ντροπή την ακολουθούσε παντού.
Όμως υπήρχε κάτι που την πονούσε περισσότερο.
Δεν έβλεπε τον Ίνταν.
Κάθε βράδυ αναρωτιόταν αν το παιδί την είχε ξεχάσει.
Αν η γιαγιά του του είχε πει ότι η Κλάρα ήταν κλέφτρα.
Αν ο Άνταμ τον είχε πείσει ότι δεν έπρεπε να την ξαναδεί.
Και τότε, ένα απόγευμα, ακούστηκε χτύπος στην πόρτα.
Η Κλάρα άνοιξε.
Ο Ίνταν στεκόταν εκεί.
Τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα.
«Κλάρα!»
Έτρεξε πάνω της.
Η Κλάρα γονάτισε και τον αγκάλιασε.
«Τι κάνεις εδώ;»
«Μου έλειψες.»
Η Κλάρα έκλεισε τα μάτια.
«Κι εμένα μου έλειψες.»
Το παιδί έβγαλε ένα χαρτί από την τσέπη του.
Ήταν μια ζωγραφιά.
Είχε ζωγραφίσει το σπίτι.
Τον εαυτό του.
Και την Κλάρα.
«Η γιαγιά λέει ότι πήρες το κόσμημα», είπε.
Η Κλάρα δεν μπόρεσε να απαντήσει.
«Δεν την πιστεύω.»
«Ίνταν…»
«Εσύ δεν θα το έκανες.»
Τα δάκρυα της Κλάρας έτρεξαν ξανά.
«Ποιος σου είπε να έρθεις εδώ;»
«Κανείς.»
«Πώς ήρθες;»
Το παιδί σήκωσε τους ώμους.
«Έφυγα από τη νταντά.»
Η Κλάρα ένιωσε φόβο.
Αλλά ταυτόχρονα ένιωσε κάτι που είχε ξεχάσει.
Ελπίδα.
Γιατί ο Ίνταν πίστευε σε εκείνη.
Και ίσως αυτό ήταν αρκετό για να της θυμίσει ότι δεν μπορούσε να παραδοθεί.

0 comments:
Post a Comment