ΜΕΡΟΣ 2 — «Όταν του είπα ότι πούλησα το σπίτι, γέλασε… μέχρι που χτύπησε η πόρτα του και είδε ποιος στεκόταν απ’ έξω»
Για μερικά δευτερόλεπτα μετά το τηλεφώνημά μας, ο Μπράντον δεν μπορούσε να αντιδράσει.
Κοίταζε την οθόνη του τηλεφώνου του.
Μετά κοίταξε την Άμπερ.
«Μπλοφάρει.»
Η Άμπερ σηκώθηκε απότομα.
«Δεν μπορεί να πουλήσει το σπίτι.»
«Αυτό είπα κι εγώ.»
Τότε ακούστηκε το κουδούνι.
Μία φορά.
Μετά δεύτερη.
Η Άμπερ πλησίασε την πόρτα.
«Ποιος είναι;»
Μια ανδρική φωνή απάντησε:
«Εκπρόσωποι του νέου ιδιοκτήτη.»
Το πρόσωπό της άσπρισε.
Ο Μπράντον έτρεξε προς την πόρτα.
«Δεν είναι δυνατόν.»
Άνοιξε.
Δύο άνθρωποι στέκονταν έξω μαζί με έναν δικηγόρο.
Ο ένας κρατούσε έναν φάκελο.
«Κύριε Ριβς;»
«Ναι.»
«Έχουμε τα έγγραφα μεταβίβασης.»
«Αυτό το σπίτι είναι δικό μου.»
Ο δικηγόρος τον κοίταξε ήρεμα.
«Όχι.»
Ο Μπράντον πάγωσε.
«Τι είπες;»
«Ο τίτλος ιδιοκτησίας ανήκει στη Redwood Capital.»
«Η Redwood Capital είναι εταιρεία του πατέρα μου.»
«Ακριβώς.»
Ο Μπράντον κατάλαβε.
Όχι όλη την αλήθεια.
Αλλά αρκετή.
Τηλεφώνησε ξανά σε εμένα.
«Γιατί;»
«Ξέρεις γιατί.»
«Για ένα χτύπημα;»
«Όχι.»
«Τότε για τι;»
«Για πέντε χρόνια.»
Η φωνή του χαμήλωσε.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Σημαίνει ότι το χθεσινό βράδυ δεν δημιούργησε το πρόβλημα. Απλώς το αποκάλυψε.»
Έκλεισε.
Η Άμπερ τον πλησίασε.
«Πες μου ότι δεν το έκανε.»
«Το έκανε.»
«Και τώρα;»
Ο Μπράντον κοίταξε γύρω του.
Το σπίτι που θεωρούσε σύμβολο της επιτυχίας του ξαφνικά έμοιαζε με σκηνικό που μπορούσε να εξαφανιστεί.
Οι άνθρωποι που αποκαλούσε φίλους άρχισαν να τηλεφωνούν.
Ένας συνεργάτης ρώτησε αν υπήρχε «πρόβλημα με τη χρηματοδότηση».
Ένας άλλος ζήτησε να αναβληθεί μια συμφωνία.
Μέχρι το απόγευμα, δύο πιστωτικές γραμμές είχαν παγώσει.
Ο Μπράντον πίστευε ότι όλα ήταν σύμπτωση.
Δεν ήταν.
Είχα ήδη ενημερώσει τους ανθρώπους που έπρεπε να ενημερωθούν.
Όχι για να τον καταστρέψω.
Για να σταματήσω να χρηματοδοτώ μια ζωή που δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Εκείνο το βράδυ η Άμπερ με πήρε τηλέφωνο.
«Είναι τρέλα αυτό που κάνεις.»
«Όχι.»
«Μας διώχνεις από το σπίτι μας.»
«Από το σπίτι μου.»
«Δεν έχεις καρδιά;»
Άγγιξα το πρησμένο μάγουλό μου.
«Το τρελό ήταν να σε βλέπω να χαμογελάς ενώ με χτυπούσε.»
Σιωπή.
«Δεν ήθελα να—»
«Ήσουν εκεί.»
Δεν είχε απάντηση.
Το επόμενο πρωί ο Μπράντον εμφανίστηκε στο διαμέρισμά μου.
Χτύπησε την πόρτα δυνατά.
Άνοιξα.
«Πούλησες το σπίτι πίσω από την πλάτη μου.»
«Πούλησα το σπίτι μου ενώ ήσουν στη δουλειά.»
«Με κατέστρεψες.»
«Όχι. Σταμάτησα να σε προστατεύω.»
«Είμαι γιος σου!»
«Τότε θα έπρεπε να θυμάσαι πώς συμπεριφέρεται ένας γιος στον πατέρα του.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Ήμουν θυμωμένος.»
«Ήσουν βίαιος.»
«Έκανα λάθος.»
«Τριάντα φορές;»
Δεν μίλησε.
Του έδωσα ένα αντίγραφο της ιατρικής αναφοράς.
«Δεν είναι πρόκληση, Μπράντον. Είναι συνέπεια.»
Πήρε το χαρτί.
Τα μάτια του στάθηκαν στη φράση που περιέγραφε τους τραυματισμούς μου.
Για πρώτη φορά δεν είχε τίποτα να πει.
Πριν φύγει, τον σταμάτησα.
«Μέχρι την Παρασκευή θέλω να έχεις φύγει από το σπίτι. Και θα συνεργαστείς με κάθε νόμιμη διαδικασία που ακολουθήσει.»
«Και αν δεν το κάνω;»
Τον κοίταξα.
«Τότε θα μάθεις ότι η σιωπή μου δεν ήταν αδυναμία.»
Έφυγε.
Όμως εκείνο το βράδυ, όταν άνοιξα ένα παλιό συρτάρι, βρήκα ένα γράμμα του πατέρα μου.
Το είχα ξεχάσει εκεί για χρόνια.
Και μια φράση του με έκανε να σταματήσω:
«Μην αφήσεις ποτέ την περιουσία σου να γίνει υποκατάστατο της αγάπης σου.»
Κοίταξα το γράμμα.
Ίσως ο πατέρας μου να ήξερε κάτι που εγώ είχα ξεχάσει.
Ίσως να είχα κάνει κι εγώ ένα λάθος.
Γιατί ο Μπράντον δεν είχε γίνει έτσι μόνος του.
Κάποιος τον είχε μάθει ότι όλα του ανήκουν.
Και ίσως αυτός ο κάποιος να ήμουν εγώ.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment