ΜΕΡΟΣ 3 — «Ο ΡΕΪ ΗΤΑΝ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΠΡΙΝ ΦΤΑΣΕΙ Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ — ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΒΡΗΚΑ ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ»
Έφυγα από το γραφείο του Μάρκου χωρίς να μπορώ να σκεφτώ καθαρά.
Η εικόνα του ατυχήματος είχε καρφωθεί στο μυαλό μου.
Ο Μάρτιν Κέιν.
Το κατεστραμμένο αυτοκίνητο.
Και ο Ρέι.
Εκεί.
Πριν από όλους.
Για είκοσι δύο χρόνια πίστευα ότι ο Ρέι ήταν ο άνθρωπος που είχε τρέξει στο νοσοκομείο για να με σώσει.
Τώρα μάθαινα ότι είχε βρεθεί στο σημείο του τροχαίου πριν καν φτάσουν οι αρχές.
Γιατί;
Το ίδιο βράδυ άνοιξα ξανά το γράμμα.
Στη δεύτερη σελίδα υπήρχε μια παράγραφος που δεν είχα προσέξει.
«Δεν ήμουν εκεί επειδή ήξερα ότι θα γινόταν το ατύχημα. Ήμουν εκεί επειδή κάποιος με είχε προειδοποιήσει.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει.
Συνέχισα.
«Αλλά όταν έφτασα, ήταν ήδη αργά.»
Έπειτα:
«Δεν θα σου πω ότι δεν έκανα λάθη. Έκανα. Το μεγαλύτερο ήταν ότι πίστεψα πως μπορούσα να σε προστατεύσω για πάντα.»
Άφησα το χαρτί κάτω.
Το επόμενο πρωί ζήτησα από τον Μάρκο όλα τα αρχεία.
Αστυνομικές εκθέσεις.
Ιατρικά έγγραφα.
Καταθέσεις.
Φωτογραφίες.
Όλα.
Και μετά από ώρες έρευνας, βρήκα κάτι που δεν υπήρχε στην επίσημη έκθεση.
Ένα βίντεο από κάμερα πρατηρίου καυσίμων.
Η κάμερα είχε καταγράψει τον δρόμο εκείνο το βράδυ.
Η ποιότητα ήταν κακή.
Αλλά μπορούσες να δεις τα οχήματα.
Το αυτοκίνητο των γονιών μου πέρασε στις 22:14.
Τρία λεπτά αργότερα πέρασε ο Μάρτιν.
Και επτά λεπτά αργότερα…
ένα άλλο αυτοκίνητο.
Το αυτοκίνητο του Ρέι.
Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου.
Ο Ρέι βγήκε.
Και δεν πλησίασε αμέσως το αυτοκίνητο των γονιών μου.
Περπάτησε προς τον Μάρτιν.
Μίλησαν.
Για σχεδόν δύο λεπτά.
Μετά ο Μάρτιν έφυγε.
Και ο Ρέι έτρεξε προς το κατεστραμμένο αυτοκίνητο.
«Γιατί μιλούσαν;» ρώτησα.
Ο Μάρκος δεν απάντησε.
«Πρέπει να βρούμε τον Μάρτιν.»
Το πρόβλημα ήταν ότι ο Μάρτιν Κέιν είχε εξαφανιστεί.
Δεν είχε εμφανιστεί σε κανένα από τα παλιά αρχεία.
Δεν υπήρχε σύγχρονη διεύθυνση.
Δεν υπήρχε ενεργό τηλέφωνο.
Όμως ο Ρέι είχε κρατήσει ένα πράγμα.
Ένα παλιό σημειωματάριο.
Στην τελευταία σελίδα υπήρχε ένας αριθμός.
Και δίπλα του μια λέξη:
«Αν χρειαστεί.»
Τηλεφωνήσαμε.
Κάποιος απάντησε.
«Παρακαλώ;»
Ο Μάρκος είπε:
«Ψάχνω τον Μάρτιν Κέιν.»
Σιωπή.
«Ποιος είστε;»
«Δικηγόρος του Ρέι Νόρτον.»
Η γραμμή έκλεισε.
Ξαναπήραμε.
Δεν απάντησε.
Μία ώρα αργότερα, λάβαμε μήνυμα.
«Μην ψάχνετε άλλο.»
Ένιωσα ανατριχίλα.
«Πρέπει να συνεχίσουμε», είπα.
Ο Μάρκος με κοίταξε.
«Γιατί;»
«Επειδή ο Ρέι μου είπε να βρω την αλήθεια.»
«Και αν η αλήθεια πονάει;»
«Ήδη πονάει.»
Εκείνο το βράδυ βρήκα κάτι ακόμα.
Ένα παλιό άρθρο.
Ημερομηνία: τρεις ημέρες πριν από το τροχαίο.
Έγραφε για οικονομική διαμάχη ανάμεσα σε δύο εταιρείες.
Μία από αυτές ανήκε στον πατέρα μου.
Και το όνομα του Μάρτιν εμφανιζόταν ως συνεργάτης.
Ξαφνικά όλα έμοιαζαν να συνδέονται.
Ο πατέρας μου.
Ο Μάρτιν.
Ο Ρέι.
Το τροχαίο.
Και εγώ.
Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα.
Οι γονείς μου δεν είχαν κανέναν λόγο να βρίσκονται εκεί εκείνη τη νύχτα.
Είχαν αλλάξει διαδρομή τελευταία στιγμή.
Και κάποιος ήξερε ότι θα το έκαναν.
«Ποιος γνώριζε τη διαδρομή τους;» ρώτησα.
Ο Μάρκος κοίταξε τα έγγραφα.
Μετά σήκωσε το βλέμμα του.
«Ο Ρέι.»
Πάγωσα.
«Και ο Μάρτιν.»
«Κανείς άλλος;»
Ο Μάρκος δεν απάντησε.
Τότε χτύπησε το τηλέφωνό του.
Άκουσε για λίγα δευτερόλεπτα.
Μετά το πρόσωπό του άλλαξε.
«Τι έγινε;» ρώτησα.
Έκλεισε.
«Βρήκαν τον Μάρτιν.»
«Πού;»
«Σε ένα μικρό χωριό έξω από την πόλη.»
«Είναι ζωντανός;»
Ο Μάρκος έγνεψε.
«Ναι.»
«Τότε πάμε.»
Με κοίταξε σοβαρά.
«Χάνα… υπάρχει κάτι που δεν σου είπα.»
«Τι;»
«Ο Μάρτιν ζήτησε να σε δει μόνη.»
Και τότε κατάλαβα ότι ο άνθρωπος που ήξερε την αλήθεια για το παρελθόν μου…
με περίμενε.

0 comments:
Post a Comment