ΜΕΡΟΣ 4 — Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΜΠΗΚΕ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΗΝ ΕΙΧΑΝ ΔΙΩΞΕΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 25 ΧΡΟΝΙΑ — ΑΛΛΑ ΤΟΤΕ ΒΡΗΚΑ ΚΑΤΙ ΠΟΥ Η ΓΙΑΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Μετά την αποχώρηση του Ρόμπερτ, έμεινα αρκετή ώρα κοιτάζοντας από το παράθυρο.
Η μητέρα μου καθόταν στην κουζίνα.
Ήταν στο ίδιο σπίτι όπου κάποτε της είχαν πει ότι δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτη.
Της έφτιαξα καφέ.
Εκείνη κοίταζε τους τοίχους.
«Δεν πίστευα ότι θα ξανακαθόμουν εδώ», ψιθύρισε.
Κάθισα απέναντί της.
«Έπρεπε να είχες έρθει νωρίτερα.»
Χαμογέλασε θλιμμένα.
«Δεν ήθελα να σε βάλω ανάμεσα σε όλους.»
«Με έβαλαν ήδη.»
Η μητέρα μου έκλεισε τα μάτια.
Είκοσι πέντε χρόνια.
Γιορτές.
Γενέθλια.
Χριστούγεννα.
Οικογενειακά τραπέζια.
Όλα χάθηκαν.
Και όλα επειδή ένας άνθρωπος είχε αποφασίσει ότι η σιωπή του ήταν πιο σημαντική από την αλήθεια.
Όμως υπήρχε κάτι που δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου.
Η γιαγιά είχε γράψει ότι ο Ρόμπερτ πήρε τα χρήματα.
Αλλά δεν είχε γράψει πού πήγαν.
Ούτε πόσα ήταν.
Ούτε γιατί τα χρειάστηκε.
Το επόμενο πρωί άρχισα να ψάχνω τα παλιά έγγραφα της οικογένειας.
Στο γραφείο της γιαγιάς υπήρχαν παλιές αποδείξεις, συμβόλαια και τραπεζικά έγγραφα.
Τα περισσότερα ήταν αδιάφορα.
Μέχρι που βρήκα ένα μικρό μεταλλικό κουτί.
Δεν υπήρχε κλειδί.
Το άνοιξα με δυσκολία.
Μέσα υπήρχαν τρία πράγματα.
Μια παλιά τραπεζική απόδειξη.
Ένα αντίγραφο ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Και ένα χαρτί με έναν αριθμό λογαριασμού.
Δίπλα στον αριθμό υπήρχαν δύο αρχικά.
R.W.
Ρόμπερτ Γουίλσον.
Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου.
Η γιαγιά δεν είχε απλώς υποψιαστεί.
Είχε στοιχεία.
Και τότε βρήκα κάτι ακόμη.
Μια παλιά ημερομηνία.
Ήταν λίγες ημέρες μετά την εξαφάνιση των χρημάτων.
Ο Ρόμπερτ είχε κάνει μεγάλη κατάθεση.
Σχεδόν ίση με το ποσό που είχε εξαφανιστεί από το χρηματοκιβώτιο.
Τηλεφώνησα στη θεία Σούζαν.
«Ξέρεις τίποτα για έναν λογαριασμό του Ρόμπερτ;»
Η φωνή της πάγωσε.
«Πού βρήκες αυτό το χαρτί;»
«Στο σπίτι της γιαγιάς.»
«Έμιλι… μην ψάχνεις άλλο.»
«Γιατί;»
«Επειδή δεν ξέρεις με ποιον τα βάζεις.»
Η προειδοποίηση δεν με σταμάτησε.
Με έκανε να συνεχίσω.
Τότε άρχισα να καταλαβαίνω κάτι ακόμη πιο σκοτεινό.
Ο Ρόμπερτ δεν είχε κλέψει τα χρήματα επειδή βρισκόταν απλώς σε οικονομική δυσκολία.
Είχε χρέη.
Πολλά χρέη.
Και τα χρήματα του παππού είχαν χρησιμοποιηθεί για να καλυφθεί μια οικονομική τρύπα.
Αλλά το ερώτημα ήταν:
Πώς είχε καταφέρει να κρύψει τα πάντα για είκοσι πέντε χρόνια;
Και γιατί η γιαγιά, ενώ είχε αυτά τα στοιχεία, δεν είχε πάει ποτέ στην αστυνομία;
Τότε θυμήθηκα μια φράση από το γράμμα:
«Δεν φοβόμουν μόνο τον Ρόμπερτ. Φοβόμουν τι θα συνέβαινε αν όλη η αλήθεια έβγαινε στην επιφάνεια.»
Δεν καταλάβαινα ακόμα τι εννοούσε.
Μέχρι που βρήκα το δεύτερο έγγραφο.
Και πάνω του υπήρχε ένα όνομα που δεν περίμενα ποτέ να δω.
Το όνομα του παππού μου.
Αλλά από κάτω υπήρχε κάτι ακόμη.
Μια υπογραφή.
Και η υπογραφή αυτή δεν ήταν του Φρανκ.
Ήταν της γιαγιάς.

0 comments:
Post a Comment