ΜΕΡΟΣ 4 — ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΩΡΗΣΩ — ΜΕΤΑ, ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΜΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕ ΠΟΣΑ ΕΙΧΕ ΘΥΣΙΑΣΕΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΤΟ ΠΕΙ ΠΟΤΕ
Την τέταρτη μέρα, πήγα στο σπίτι του Ρέιμοντ.
Δεν πήγα για να του πω ότι τον συγχωρώ.
Δεν πήγα για να του πω ότι θέλω να είμαστε μαζί.
Πήγα επειδή χρειαζόμουν απαντήσεις.
Όταν άνοιξε την πόρτα, φαινόταν σαν να μην είχε κοιμηθεί.
«Μπορώ να μπω;»
«Φυσικά.»
Μπήκα.
Στο σαλόνι υπήρχαν παλιά πράγματα που αναγνώριζα.
Μια φωτογραφία του Κάλεμπ σε σχολική γιορτή.
Μια ζωγραφιά του Νώε.
Μια παλιά κάρτα γενεθλίων.
Και τότε είδα ένα άλμπουμ.
Το άνοιξα.
Φωτογραφίες.
Εγώ.
Τα παιδιά.
Ο Ρέιμοντ.
Χρόνια ολόκληρα.
Σε μία φωτογραφία ήμουν στην κουζίνα, κρατώντας τον Κάλεμπ.
Σε άλλη, ο Νώε είχε αποκοιμηθεί στον ώμο του Ρέιμοντ.
Σε άλλη, ήμασταν όλοι στην αυλή.
«Γιατί τα κράτησες όλα αυτά;»
«Επειδή ήταν η οικογένειά μου.»
Σταμάτησα.
«Η οικογένειά σου;»
«Ναι.»
Κάθισα.
«Θέλω να ξέρω κάτι.»
«Ρώτησέ με.»
«Πότε αποφάσισες ότι δεν θα παντρευτείς;»
Ο Ρέιμοντ χαμογέλασε πικρά.
«Δεν αποφάσισα ποτέ ότι δεν θα παντρευτώ.»
«Τότε;»
«Απλώς δεν βρήκα κάποιον που να έκανε την καρδιά μου να θέλει να φύγει από εκεί που ήταν.»
Δεν ήξερα τι να πω.
Εκείνος συνέχισε:
«Δεν περίμενα να με αγαπήσεις. Δεν περίμενα να με παντρευτείς. Ήθελα μόνο να ξέρω ότι είσαι καλά.»
«Και τα παιδιά;»
«Τα παιδιά ήταν δική σου επιλογή.»
«Αλλά εσύ τα έφερες στη ζωή μου.»
«Ναι.»
«Και δεν μου το είπες.»
«Όχι.»
Σηκώθηκα.
«Ακόμα πονάει.»
«Το ξέρω.»
«Αλλά τώρα καταλαβαίνω κάτι άλλο.»
Με κοίταξε.
«Τι;»
«Δεν ήσουν ποτέ απλώς ο φίλος μου.»
Δεν απάντησε.
Και για πρώτη φορά, κανείς από τους δυο μας δεν προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από τη λέξη «φιλία».

0 comments:
Post a Comment