ΜΕΡΟΣ 4 — Η ΡΟΖΙ ΞΥΠΝΗΣΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΜΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ — ΚΑΙ ΟΤΙ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΟΥΤΕ Ο ΜΠΕΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ
Κάθισα δίπλα στο κρεβάτι.
«Τι δεν ξέρω;»
Η Ρόζι κοίταξε προς την πόρτα.
Ο Μπεν στεκόταν εκεί.
«Θες να είναι κι εκείνος εδώ;»
Η Ρόζι έγνεψε.
Ο Μπεν μπήκε.
Κάθισε δίπλα της και της έπιασε το χέρι.
«Πες της», ψιθύρισε.
Η Ρόζι πήρε βαθιά ανάσα.
«Όταν ο Μπεν μου είπε για τα χρήματα...»
Σταμάτησε.
«Νόμιζα ότι θα έφευγε.»
«Γιατί;»
«Γιατί φοβήθηκα ότι με παντρεύτηκε μόνο επειδή το ζήτησαν οι γονείς σου.»
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
«Και τι έκανε;»
Η Ρόζι χαμογέλασε.
«Με κράτησε.»
Ο Μπεν έσκυψε το κεφάλι.
«Της είπα ότι το συμβόλαιο μπορούσε να καεί.»
Η Ρόζι γέλασε απαλά.
«Και του είπα ότι δεν χρειαζόταν.»
«Γιατί;»
Με κοίταξε.
«Επειδή είχα ήδη αποφασίσει.»
«Τι;»
«Ότι ήθελα να μείνω μαζί του.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Και οι γονείς μας;»
Η Ρόζι αναστέναξε.
«Δεν ήθελα να τους μισήσεις.»
«Ρόζι...»
«Είναι οι γονείς μας.»
«Αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν δίκιο.»
«Το ξέρω.»
Έμεινε σιωπηλή για λίγο.
Μετά μου είπε:
«Αλλά ήξερα ότι η μαμά πίστευε πως έκανε το σωστό.»
«Και ο μπαμπάς;»
«Ο μπαμπάς φοβόταν.»
«Τι;»
Η Ρόζι με κοίταξε.
«Ότι μια μέρα θα έμενα μόνη.»
Αυτό με έκανε να σωπάσω.
Γιατί μέσα σε όλο τον θυμό μου είχα ξεχάσει κάτι.
Οι γονείς μας φοβόντουσαν το μέλλον.
Αλλά αντί να ρωτήσουν τη Ρόζι τι ήθελε, αποφάσισαν για εκείνη.
Και τότε μπήκε ο Μπεν στη συζήτηση.
«Υπήρχε και κάτι άλλο.»
Τον κοίταξα.
«Τι;»
«Το συμβόλαιο δεν ήταν μόνο για τον γάμο.»
«Τι εννοείς;»
«Ήθελαν να δημιουργήσουν ένα καταπίστευμα.»
«Για τη Ρόζι.»
«Ναι.»
«Γιατί;»
«Για να μη χρειάζεται να εξαρτάται από εσένα.»
Τα λόγια του με χτύπησαν.
Γιατί αυτό ήταν ακριβώς το πράγμα που δεν είχαν καταλάβει οι γονείς μας.
Δεν ήθελα να είμαι η φυλακή της Ρόζι.
Ήθελα να είμαι η αδερφή της.
Και εκείνη ήθελε να είναι η Ρόζι.
Όχι «η γυναίκα με σύνδρομο Down».
Όχι «το βάρος».
Όχι «η κόρη που πρέπει κάποιος να φροντίσει».
Απλώς η Ρόζι.
Η γυναίκα που είχε αγαπήσει.
Η γυναίκα που θα γινόταν μητέρα.
Η γυναίκα που τώρα κρατούσε δύο μικρά παιδιά μέσα από το νοσοκομειακό κρεβάτι.
«Θέλω να δω τα μωρά», είπε.
Ο Μπεν χαμογέλασε.
«Σε λίγο.»
«Θέλω να τα ονομάσουμε μαζί.»
«Φυσικά.»
Έπειτα με κοίταξε.
«Θέλω να είσαι εκεί.»
Έπιασα το χέρι της.
«Πάντα.»
Η πόρτα άνοιξε.
Η μητέρα μου στεκόταν εκεί.
Τα μάτια της ήταν κόκκινα.
«Μπορώ;»
Η Ρόζι την κοίταξε.
Δεν απάντησε αμέσως.
Η μητέρα μου μπήκε αργά.
«Λυπάμαι.»
Η Ρόζι την κοίταξε.
«Για τι;»
Η μητέρα μου άρχισε να κλαίει.
«Για όλα.»
Ο πατέρας μου στεκόταν πίσω της.
«Δεν έπρεπε να αποφασίσουμε για σένα.»
Η Ρόζι δεν μίλησε.
Κοίταξε τον Μπεν.
Μετά εμένα.
Και τελικά είπε:
«Θέλω να αποφασίζω μόνη μου.»
Ο πατέρας μου έγνεψε.
«Θα το κάνεις.»
Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα να το λέει.
Και τότε νόμιζα ότι η ιστορία τελείωσε.
Δεν ήξερα ότι η πραγματική μάχη μόλις ξεκινούσε.
Γιατί τρεις εβδομάδες αργότερα, ένας δικηγόρος χτύπησε την πόρτα μας.
Κρατούσε έναν φάκελο.
«Πρέπει να μιλήσουμε για το καταπίστευμα της Ρόζι.»
Και πάνω στον φάκελο υπήρχε ένα όνομα που δεν περίμενα να δω ποτέ.
Το όνομα του πατέρα μου.

0 comments:
Post a Comment