ΜΕΡΟΣ 6 — «Είχα Μόλις 18 Μέρες Για Να Σώσω Την Επιχείρηση — Και Ανακάλυψα Ότι Κάποιος Από Την Οικογένειά Μου Ήθελε Να Την Καταστρέψει»
Πέρασα την πρώτη μέρα κοιτάζοντας βιβλία, τιμολόγια και παραγγελίες.
Κάτι δεν ταίριαζε.
Υπήρχαν πελάτες.
Υπήρχαν παραγγελίες.
Υπήρχε προσωπικό.
Υπήρχε παραγωγή.
Αλλά τα χρήματα εξαφανίζονταν.
Κάποιος αγόραζε υλικά σε διπλάσια τιμή.
Κάποιος ακύρωνε παραγγελίες.
Κάποιος έδινε εκπτώσεις χωρίς λόγο.
Και όλες οι υπογραφές οδηγούσαν σε ένα άτομο.
Τον οικονομικό διευθυντή.
Αλλά όταν τον αντιμετώπισα, μου είπε κάτι που δεν περίμενα.
— «Δεν αποφάσιζα εγώ.»
— «Ποιος;»
Κοίταξε γύρω του.
— «Δεν μπορώ να σου πω.»
— «Μπορείς.»
— «Αν μιλήσω, θα χάσω τη δουλειά μου.»
Του έδειξα τα έγγραφα.
— «Αν δεν μιλήσεις, θα κλείσει όλο το εργοστάσιο.»
Έμεινε σιωπηλός.
Τελικά ψιθύρισε:
— «Ο Ντάνιελ.»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος.
— «Γιατί;»
— «Ήθελε να δείχνει ότι η επιχείρηση αποτυγχάνει.»
— «Για ποιο λόγο;»
— «Για να αγοράσει το εργοστάσιο φθηνά μέσω τρίτης εταιρείας.»
Δεν μπορούσα να το πιστέψω.
Ο αδερφός μου δεν έκλεβε απλώς χρήματα.
Προσπαθούσε να αγοράσει κομμάτι της οικογένειάς μας από εμάς.
Εκείνο το βράδυ πήγα στον πατέρα μου.
Του τα είπα όλα.
Δεν θυμώσαμε.
Δεν φωνάξαμε.
Απλώς κάθισε στην καρέκλα του και κοίταξε το πάτωμα.
— «Εγώ τον έμαθα έτσι.»
— «Όχι.»
Με κοίταξε.
— «Εγώ τον έμαθα ότι τα χρήματα είναι το μόνο πράγμα που μετράει.»
Δεν ήξερα τι να πω.
Μετά από λίγο, είπε:
— «Κι εσένα σε τιμώρησα επειδή δεν έμοιαζες με εμένα.»
Αυτή ήταν ίσως η πρώτη ειλικρινής κουβέντα που είχαμε ποτέ.
Αλλά δεν είχαμε χρόνο.
Έπρεπε να σώσω το εργοστάσιο.
Τις επόμενες μέρες άρχισα να μιλάω με τους εργαζομένους.
Βρήκα παλιές παραγγελίες.
Επικοινώνησα με πελάτες που είχαν εγκαταλείψει την εταιρεία.
Μείωσα τα περιττά έξοδα.
Και τότε ένας ηλικιωμένος εργάτης ήρθε στο γραφείο μου.
Ήταν ο κύριος Σάμιουελ.
Δούλευε εκεί από την εποχή του παππού μου.
Μου έδωσε ένα παλιό τετράδιο.
— «Ο παππούς σου μού είπε να το κρατήσω μέχρι να έρθει η ώρα.»
Το άνοιξα.
Στην πρώτη σελίδα υπήρχε ένα μήνυμα.
«Όταν ο εγγονός μου έρθει εδώ, μην του πεις τι να κάνει. Δείξε του πού ξεκινήσαμε.»
Γύρισα σελίδα.
Υπήρχαν σχέδια για μια μικρή σειρά επίπλων.
Έπιπλα που κατασκευάζονταν παλιά στο εργοστάσιο.
Ήταν απλά.
Όμορφα.
Και είχαν ένα χαρακτηριστικό που κανένας ανταγωνιστής δεν είχε.
Χρησιμοποιούσαν ανακυκλωμένο ξύλο από παλιά σπίτια.
Έδωσα την ιδέα στους εργαζομένους.
Μέσα σε τρεις μέρες είχαμε το πρώτο δείγμα.
Μέσα σε πέντε μέρες είχαμε τις πρώτες παραγγελίες.
Μέσα σε δέκα μέρες το εργοστάσιο είχε αρχίσει να βγάζει κέρδος.
Την δωδέκατη μέρα, ο πατέρας μου ήρθε.
Κοίταξε το εργοστάσιο.
Κοίταξε τους εργαζομένους.
Και μετά με κοίταξε.
— «Το έκανες.»
— «Δεν το έκανα μόνος μου.»
Χαμογέλασε.
— «Αυτό θα έλεγε ο πατέρας μου.»
Τότε χτύπησε το τηλέφωνό του.
Το σήκωσε.
Άκουσε.
Το πρόσωπό του άλλαξε.
— «Τι έγινε;»
Με κοίταξε.
— «Ο Ντάνιελ εξαφανίστηκε.»
Και αυτή τη φορά, δεν είχε φύγει μόνος.
Είχε πάρει μαζί του κάτι που θα μπορούσε να καταστρέψει όλη την οικογένεια.

0 comments:
Post a Comment