ΜΕΡΟΣ 6: Το παλιό γράμμα αποκάλυψε γιατί ο Ντάνιελ πήρε τη Χάνα — όμως μια φράση του Ρικ έκανε τους αστυνομικούς να καταλάβουν ότι το σχέδιο είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα
Το γράμμα ήταν παλιό.
Κιτρινισμένο.
Οι άκρες του είχαν φθαρεί.
Πάνω υπήρχε το όνομα του Ντάνιελ.
Δεν ήταν από τη Χάνα.
Ήταν από τον πατέρα του Ρικ και του Ντάνιελ.
Ο παππούς της Χάνα.
Το γράμμα μιλούσε για μια παλιά οικογενειακή διαμάχη.
Χρήματα.
Κληρονομιά.
Περιουσία.
Και μια αδικία που είχε μείνει άλυτη για χρόνια.
Ο Ντάνιελ πίστευε ότι ο αδελφός του είχε πάρει κάτι που ανήκε στη δική του οικογένεια.
Αλλά υπήρχε κάτι ακόμη.
Το γράμμα ανέφερε τη Χάνα.
Όχι ως θύμα.
Αλλά ως «το μοναδικό πράγμα που θα έκανε τον Ρικ να γονατίσει».
Ένιωσα ναυτία.
«Άρα η Χάνα ήταν μέρος της εκδίκησης;»
Ο αστυνομικός έγνεψε.
«Έτσι φαίνεται.»
Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα.
Ο Ντάνιελ δεν ήταν εκείνος που είχε βρει τη Χάνα.
Ο Ρικ είχε πει ότι την είχε βρει πρώτος.
«Πότε;» τον ρώτησα.
«Λίγες ημέρες μετά την εξαφάνισή της.»
«Και γιατί δεν μου το είπες;»
«Γιατί μου είπαν ότι θα την σκοτώσουν.»
«Ποιοι;»
«Ο Ντάνιελ και οι άνθρωποί του.»
Ένιωσα τον κόσμο να γυρίζει.
«Και εσύ συμφώνησες να την αφήσεις;»
«Ήθελα να τη σώσω.»
«Όχι», απάντησα. «Ήθελες να πιστεύεις ότι τη σώζεις.»
Ο Ρικ έκλαψε.
«Δεν ήξερα τι να κάνω.»
«Έπρεπε να έρθεις σε μένα.»
«Θα σε σκότωναν.»
«Ίσως.»
Σήκωσα το βλέμμα.
«Αλλά θα είχα πολεμήσει για την κόρη μου.»
Ο Ρικ δεν μίλησε.
Η Χάνα άκουσε για πρώτη φορά το όνομα Ντάνιελ.
Αμέσως άρχισε να τρέμει.
«Τον θυμάμαι.»
Ο ψυχολόγος κάθισε δίπλα της.
«Τι θυμάσαι;»
«Μου έφερνε βιβλία.»
«Τι βιβλία;»
«Παραμύθια.»
«Και τι σου έλεγε;»
«Ότι πρέπει να είμαι καλό κορίτσι.»
«Και μετά;»
«Ότι η μαμά μου δεν με ήθελε.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν.
«Δεν είναι αλήθεια.»
Η Χάνα με κοίταξε.
«Το ξέρω τώρα.»
Λίγες ώρες αργότερα, η αστυνομία βρήκε τον Ντάνιελ.
Κρυβόταν σε ένα παλιό ξενοδοχείο.
Όταν τον έφεραν στο τμήμα, αρνήθηκε τα πάντα.
«Δεν έχω σχέση με την εξαφάνιση.»
Οι αστυνομικοί του έδειξαν τα στοιχεία.
«Τα χρήματα.»
«Δεν σημαίνουν τίποτα.»
«Το αγρόκτημα.»
«Δεν είναι δικό μου.»
«Οι φωτογραφίες.»
Σιωπή.
«Η Χάνα σε θυμάται.»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Για πρώτη φορά φοβήθηκε.
«Δεν έπρεπε να θυμάται.»
Η αίθουσα πάγωσε.
Ο αστυνομικός πλησίασε.
«Τι είπες;»
Ο Ντάνιελ κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος.
Αλλά ήταν αργά.
«Ποιος σου έδωσε την εντολή;»
Δεν απάντησε.
«Ποιος;»
Ο Ντάνιελ έκλεισε τα μάτια.
«Δεν μπορώ.»
«Γιατί;»
«Γιατί αν μιλήσω... θα πεθάνει κάποιος.»
«Ποιος;»
Ο Ντάνιελ ψιθύρισε:
«Ο Ρικ ξέρει.»
Κοιτάξαμε όλοι τον Ρικ.
Εκείνος είχε κατεβάσει το κεφάλι.
«Τι ξέρεις;»
Δεν απάντησε.
«Ρικ!»
Σήκωσε τα μάτια.
«Δεν ήταν ο Ντάνιελ που αποφάσισε να πάρει τη Χάνα.»
Η καρδιά μου σταμάτησε.
«Τότε ποιος;»
Ο Ρικ ψιθύρισε:
«Ήταν κάποιος που γνώριζες.»

0 comments:
Post a Comment