ΜΕΡΟΣ 7 — «Ο Μάρκος αποκάλυψε ποιος είχε καταστρέψει την οικογένειά μας»
Ο Μάρκος κάθισε απέναντί μου.
Δεν έμοιαζε με τον γιο που θυμόμουν.
Έμοιαζε με άνθρωπο που δεν είχε κοιμηθεί για μήνες.
«Μπαμπά, έκανα λάθη.»
Δεν απάντησα.
«Μεγάλα λάθη.»
«Το ξέρω.»
«Όχι. Δεν ξέρεις.»
Έβαλε το USB στο τραπέζι.
«Εδώ είναι όλα.»
Ο Αντώνης το πήρε.
Μέσα υπήρχαν emails, συμβόλαια και ηχογραφήσεις.
Και τότε ακούστηκε η φωνή του οικονομικού συμβούλου.
«Ο πατέρας σου δεν χρειάζεται να ξέρει. Είναι ηλικιωμένος. Τα παιδιά του μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα τα χρήματα.»
Έκλεισα τα μάτια.
Με είχαν ήδη αποφασίσει.
Ήμουν για εκείνους ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που δεν καταλάβαινε.
Ο Μάρκος συνέχισε:
«Στην αρχή ήθελα μόνο ένα δάνειο. Μετά μου είπαν ότι μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε μέρος των χρημάτων σου προσωρινά.»
«Και συμφώνησες.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Ναι.»
«Γιατί;»
«Γιατί νόμιζα ότι θα το επέστρεφα.»
Έμεινα σιωπηλός.
«Μετά ήρθε η Ελένη. Μετά ο οικονομικός σύμβουλος. Μετά…»
«Η μητέρα σου;» ρώτησα.
Ο Μάρκος δεν απάντησε.
Η Σοφία είπε:
«Η μαμά ήξερε.»
Αυτό με πόνεσε περισσότερο από όλα.
Η γυναίκα που είχα παντρευτεί.
Η μητέρα των παιδιών μου.
Η οικογένεια που πίστευα πως ήταν το ασφαλέστερο μέρος στον κόσμο.
«Η μητέρα σας ήξερε;»
Ο Μάρκος έγνεψε.
«Ήξερε ότι χρησιμοποιούσαμε τα χρήματα.»
Έμεινα ακίνητος.
«Και με βάλατε εδώ.»
«Όχι!» είπε ο Μάρκος.
«Τότε ποιος;»
«Ο σύμβουλος.»
«Γιατί;»
«Επειδή εδώ δεν μπορούσες να υπογράψεις τίποτα χωρίς μάρτυρες.»
Κοίταξα το πάτωμα.
Και τότε κατάλαβα.
Το γηροκομείο δεν ήταν μόνο για τη φροντίδα μου.
Ήταν το μέρος όπου μπορούσαν να με απομονώσουν.
Ο Μάρκος έκλαψε.
«Μπαμπά, προσπάθησα να το σταματήσω.»
«Πολύ αργά.»
«Το ξέρω.»
Έβαλα το χέρι μου πάνω στο δικό του.
«Έκανες λάθος.»
«Το ξέρω.»
«Αλλά ήρθες.»
Έκλαψε περισσότερο.
Τότε η πόρτα άνοιξε.
Η Ελένη στεκόταν εκεί.
Κρατούσε μια μικρή τσάντα.
«Μπαμπά…»
Και πίσω της ήταν η Σοφία.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, τα τρία παιδιά μου βρίσκονταν στο ίδιο δωμάτιο.
Αλλά κανείς δεν χαμογελούσε.
Η Ελένη έβγαλε έναν φάκελο.
«Υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις.»
«Τι άλλο μπορεί να υπάρχει;»
Με κοίταξε.
«Η μαμά δεν ήξερε όλη την αλήθεια.»
«Τότε ποιος την ήξερε;»
Η Ελένη έβαλε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι.
«Ο άνθρωπος που σε έφερε εδώ.»

0 comments:
Post a Comment