ΜΕΡΟΣ 7 — Η ΑΒΑ ΤΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΙΧΕ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ Ο ΛΟΥΚΑΣ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ ΑΝ ΗΤΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΠΙΣΩ ΤΗΝ ΠΙΟ ΕΠΩΔΥΝΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
Η Άβα ζήτησε να μιλήσει στον Λούκας.
Ήταν στο σχολείο.
Οι δυο τους κάθισαν σε ένα άδειο δωμάτιο.
Εγώ δεν ήμουν εκεί.
Αργότερα, ο Λούκας μου είπε τι συνέβη.
Η Άβα είχε δάκρυα στα μάτια.
«Δεν έχω δικαιολογία.»
Ο Λούκας δεν απάντησε.
«Όταν γέλασα μαζί σου... ήξερα ότι σε πλήγωσα.»
Σιωπή.
«Αλλά φοβόμουν ότι αν δεν γελούσα, θα άρχιζαν να κοροϊδεύουν εμένα.»
Ο Λούκας κοίταξε κάτω.
«Ξέρεις τι ήταν το χειρότερο;»
«Τι;»
«Όχι ότι γέλασες.»
Η Άβα περίμενε.
«Ήταν ότι σε εμπιστευόμουν.»
Η Άβα έκλεισε τα μάτια της.
«Το ξέρω.»
«Και μετά ένιωθα ότι όλοι γελούσαν επειδή ήμουν εγώ.»
Η Άβα άρχισε να κλαίει.
«Συγγνώμη.»
Ο Λούκας πήρε ανάσα.
Δεν της είπε αμέσως ότι την συγχωρεί.
Και αυτό ήταν εντάξει.
Γιατί η συγχώρεση δεν είναι κάτι που χρωστάμε επειδή κάποιος ζήτησε συγγνώμη.
Χρειάζεται χρόνο.
Μετά από λίγο, ο Λούκας είπε:
«Δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχάσω.»
«Δεν σου ζητάω να ξεχάσεις.»
«Τότε τι θέλεις;»
«Να ξέρεις ότι λυπάμαι.»
Ο Λούκας έγνεψε.
«Εντάξει.»
Αργότερα, η Άβα έγινε ένα από τα πιο ενεργά μέλη της ομάδας υποστήριξης.
Δεν προσπαθούσε να διαγράψει το παρελθόν.
Το χρησιμοποιούσε για να βοηθήσει άλλους.
Και αυτό έκανε τον Λούκας να καταλάβει κάτι.
Οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν λάθη.
Αλλά πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη τους.
Δεν αρκεί να πεις:
«Φοβόμουν.»
Πρέπει μετά να πεις:
«Και παρ' όλα αυτά, αυτό που έκανα ήταν λάθος.»
Ο Λούκας άρχισε να μιλάει περισσότερο.
Άρχισε να βγαίνει ξανά με φίλους.
Άρχισε να συμμετέχει σε δραστηριότητες που είχε εγκαταλείψει.
Μια μέρα μου είπε:
«Θέλω να ξαναπάω στο γήπεδο.»
«Είσαι σίγουρος;»
«Ναι.»
«Αν κάποιος πει κάτι;»
«Θα φύγω αν χρειαστεί.»
«Και αν θέλεις να με πάρεις;»
«Θα σε πάρω.»
Χαμογέλασα.
Αυτό ήταν το παιδί μου.
Όχι επειδή δεν φοβόταν.
Αλλά επειδή ήξερε πλέον τι να κάνει όταν φοβάται.
Τότε όμως συνέβη κάτι απρόσμενο.
Ο διευθυντής ανακοίνωσε ότι το σχολείο θα διοργάνωνε μια ειδική εκδήλωση για τον εκφοβισμό.
Η κυρία Άλβαρεζ πρότεινε να μιλήσει ο Λούκας.
Όταν μου το είπε, νόμιζα ότι θα αρνηθεί.
Αντί γι' αυτό είπε:
«Θέλω.»
«Είσαι σίγουρος;»
«Ναι.»
«Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.»
«Δεν το κάνω για να αποδείξω κάτι.»
«Τότε γιατί;»
Με κοίταξε.
«Για εκείνο το παιδί που ήμουν πέρσι.»
Έμεινα σιωπηλή.
«Θέλω να ακούσει κάποιος σαν εμένα ότι δεν είναι μόνος.»
Και έτσι άρχισε να γράφει την ομιλία του.
Δεν μιλούσε για το βάρος του.
Δεν μιλούσε για το νέο του κούρεμα.
Δεν μιλούσε για το πώς είχε αλλάξει.
Μιλούσε για το πώς ένιωθε.
Για τη ντροπή.
Για τη σιωπή.
Για το φόβο.
Και για το πόσο δύσκολο ήταν να ζητήσεις βοήθεια.
Την ημέρα της εκδήλωσης, η αίθουσα ήταν γεμάτη.
Ο Λούκας στάθηκε μπροστά σε εκατοντάδες μαθητές.
Πήρε το μικρόφωνο.
Τα χέρια του έτρεμαν.
Με κοίταξε από την πίσω σειρά.
Πήρε ανάσα.
Και είπε:
«Πέρσι πίστευα ότι έπρεπε να αλλάξω εγώ για να σταματήσουν να με πληγώνουν.»
Η αίθουσα έγινε απόλυτα σιωπηλή.
«Μετά κατάλαβα κάτι. Δεν ήταν δική μου δουλειά να γίνω κάποιος άλλος. Ήταν δική μας δουλειά να κάνουμε το σχολείο ασφαλέστερο.»
Και τότε συνέβη κάτι που κανείς μας δεν περίμενε.
Ένα παιδί στην πρώτη σειρά σήκωσε το χέρι του.
«Μπορώ να πω κάτι;»
Ο Λούκας χαμογέλασε.
«Ναι.»
Το παιδί σηκώθηκε.
«Κι εγώ φοβάμαι να έρχομαι εδώ.»
Ο Λούκας δεν προσπάθησε να του δώσει συμβουλή.
Απλώς είπε:
«Έλα μαζί μας.»
Και εκείνη τη στιγμή, η αίθουσα χειροκρότησε.
Όχι επειδή ο Λούκας είχε αλλάξει εμφάνιση.
Αλλά επειδή είχε αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τον εαυτό του.

0 comments:
Post a Comment