ΜΕΡΟΣ 7 — «Όταν τον συνάντησα ξανά, περίμενα άλλη μία δικαιολογία — αλλά εκείνος είπε κάτι που με έκανε να καταλάβω οριστικά ότι είχα πάρει τη σωστή απόφαση»
Η συνάντηση έγινε σε ένα ήσυχο καφέ.
Ο Τζέραλντ έφτασε νωρίς.
Όταν μπήκα, σήκωσε το κεφάλι.
Για μερικά δευτερόλεπτα απλώς κοιταχτήκαμε.
«Πώς είσαι;» ρώτησε.
«Καλύτερα.»
«Φαίνεσαι καλύτερα.»
«Νιώθω καλύτερα.»
Κοίταξε το φλιτζάνι του.
«Ήθελα να σου πω κάτι.»
Κάθισα.
«Σε ακούω.»
«Έχω καταλάβει ότι έκανα λάθη.»
Περίμενα.
«Ποια λάθη;»
«Δεν έπρεπε να μιλήσω έτσι για την επέμβασή σου.»
«Σωστά.»
«Δεν έπρεπε να ζητήσω τα χρήματα.»
«Σωστά.»
«Δεν έπρεπε να πω ότι έχασα την έλξη μου.»
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
«Και;»
«Και…»
Σήκωσε τα μάτια του.
«Δεν ήθελα πραγματικά να σε πληγώσω.»
«Αλλά με πλήγωσες.»
«Το ξέρω.»
«Και δεν ήταν μόνο εκείνη η κουβέντα.»
«Τι εννοείς;»
«Για χρόνια άκουγα τη γνώμη σου για το σώμα μου σαν να ήταν πιο σημαντική από τη δική μου.»
«Δεν το εννοούσα έτσι.»
«Αλλά έτσι το ένιωθα.»
Έσκυψε μπροστά.
«Θέλω να ξέρεις ότι δεν σε θεωρούσα αντικείμενο.»
«Δεν χρειάζεται να το πεις.»
«Τότε τι χρειάζεται;»
«Να το καταλάβεις.»
Σιώπησε.
«Δεν ξέρω αν μπορώ να διορθώσω αυτό που έγινε.»
«Δεν μπορείς.»
Τα μάτια του χαμήλωσαν.
«Άρα τελείωσε;»
Κοίταξα τον άνθρωπο απέναντί μου.
Κάποτε αυτή η ερώτηση θα με είχε διαλύσει.
Τώρα απλώς με στενοχώρησε.
«Ναι.»
«Δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω;»
«Όχι για να γυρίσουμε πίσω.»
«Λάιλα…»
«Τζέραλντ, δεν θέλω να σε τιμωρήσω.»
«Τότε γιατί φεύγεις;»
«Γιατί θέλω να ζήσω χωρίς να πρέπει να αποδεικνύω ότι ο πόνος μου είναι αρκετά σημαντικός.»
Έμεινε ακίνητος.
«Δεν κατάλαβα ποτέ πόσο σοβαρό ήταν.»
«Αυτό είναι το πρόβλημα.»
Σηκώθηκα.
«Δεν χρειαζόταν να το νιώσεις εσύ για να είναι πραγματικό για μένα.»
Εκείνος δεν με σταμάτησε.
Βγήκα από το καφέ.
Έξω είχε ήλιο.
Περπάτησα μέχρι το αυτοκίνητό μου.
Και καθώς έβαζα το χέρι στην πόρτα, κατάλαβα ότι δεν ένιωθα ενοχές.
Δεν ένιωθα θυμό.
Ένιωθα ελεύθερη.
Η διαδικασία του διαζυγίου προχώρησε.
Και όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο άρχισα να ξαναχτίζω τη ζωή μου.
Άρχισα να γυμνάζομαι ξανά.
Άρχισα να περπατάω περισσότερο.
Έβγαινα με φίλες.
Μαγείρευα.
Γελούσα.
Και κάθε φορά που ο ώμος μου δεν πονούσε, θυμόμουν γιατί είχα πάρει εκείνη την απόφαση.
Μια μέρα η μητέρα μου με κοίταξε και είπε:
«Δεν θυμάμαι πότε σε είδα τόσο ήρεμη.»
Χαμογέλασα.
«Ούτε εγώ.»
Αλλά η μεγαλύτερη αλλαγή δεν ήταν στο σώμα μου.
Ήταν μέσα μου.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν αναρωτιόμουν:
«Του αρέσει;»
Αναρωτιόμουν:
«Μου αρέσει;»
Και αυτή η μικρή αλλαγή ήταν τεράστια.

0 comments:
Post a Comment