ΜΕΡΟΣ 7 — Όταν η δικηγόρος μου αποκάλυψε ότι κάποιος από την οικογένειά μου είχε δώσει στον Ντέρεκ πληροφορίες για την κληρονομιά των διδύμων, κατάλαβα ότι η προδοσία ήταν πολύ μεγαλύτερη από έναν αποτυχημένο αρραβώνα
Πήγα στο γραφείο της αμέσως.
Η Μόργκαν είχε μπροστά της αρκετά έγγραφα.
«Οι γονείς σου είχαν δημιουργήσει ένα καταπίστευμα για τα παιδιά.»
«Το ήξερα.»
«Αλλά ο Ντέρεκ γνώριζε το ποσό.»
«Πώς;»
Με κοίταξε.
«Κάποιος του το είπε.»
«Ποιος;»
Έσπρωξε ένα αντίγραφο προς το μέρος μου.
Δεν ήθελα να πιστέψω αυτό που έβλεπα.
Ήταν το όνομα ενός συγγενή.
Κάποιου που είχα εμπιστευτεί.
Τηλεφώνησα.
«Γιατί το έκανες;»
«Δεν ήθελα να μπλέξω.»
«Του είπες για τα χρήματα.»
«Δεν ήξερα τι θα έκανε.»
«Ήξερες αρκετά για να του το πεις.»
Η φωνή του χαμήλωσε.
«Ο Ντέρεκ είπε ότι ήθελε να σε βοηθήσει.»
Γέλασα πικρά.
«Να με βοηθήσει;»
Δεν απάντησε.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ο Ντέρεκ δεν είχε απλώς απαιτήσει να εγκαταλείψω τα αδέρφια μου.
Είχε σχεδιάσει ένα μέλλον όπου τα παιδιά θα έφευγαν και εκείνος θα είχε πρόσβαση στη ζωή μου, στο σπίτι μου και πιθανώς στα οικονομικά που προορίζονταν για εκείνα.
Και όλα αυτά ενώ μου έλεγε ότι «θυσίαζε» τη ζωή του για μένα.
Η Μόργκαν μού έδωσε τα τελευταία έγγραφα.
«Τα χρήματα προστατεύονται. Δεν μπορεί να τα αγγίξει.»
«Και η κηδεμονία;»
«Είσαι ασφαλής.»
Ένιωσα για πρώτη φορά μετά τον θάνατο των γονιών μου ότι μπορούσα να αναπνεύσω.
Όταν γύρισα σπίτι, βρήκα τα δίδυμα να περιμένουν.
Ο Έλι κρατούσε μια ζωγραφιά.
«Είναι για σένα.»
Στη ζωγραφιά υπήρχαν τέσσερις άνθρωποι.
Εγώ.
Ο Έλι.
Ο Φιν.
Και ένα μεγάλο σπίτι.
«Ποιος μένει εδώ;» τον ρώτησα.
«Εμείς.»
«Και ποιος άλλος;»
Έδειξε εμένα.
«Εσύ.»
Ο Φιν πλησίασε.
«Μπορούμε να έχουμε σκύλο;»
Γέλασα.
«Θα το σκεφτούμε.»
«Αυτό σημαίνει ναι;»
«Σημαίνει ότι θα το σκεφτώ.»
Ο Έλι χαμογέλασε.
Εκείνο το βράδυ, έβαλα τα παιδιά για ύπνο.
Πριν φύγω από το δωμάτιο, ο Έλι με σταμάτησε.
«Θα είσαι η μαμά μας;»
Η ερώτηση με διέλυσε.
Κάθισα δίπλα του.
«Δεν θα προσπαθήσω να αντικαταστήσω τη μαμά σας.»
«Αλλά;»
«Θα είμαι εδώ κάθε μέρα.»
«Μέχρι πότε;»
Τον φίλησα στο μέτωπο.
«Μέχρι να μη με χρειάζεστε.»
«Θα σε χρειαζόμαστε πάντα.»
Έκλεισα τα μάτια.
«Τότε μάλλον θα είμαι εδώ για πολύ καιρό.»
Αργότερα εκείνη τη νύχτα, έλαβα ένα τελευταίο μήνυμα από τον Ντέρεκ.
«Θέλω να σε δω μία τελευταία φορά. Ξέρω κάτι που δεν ξέρεις.»
Δεν απάντησα.
Μέχρι που ήρθε δεύτερο μήνυμα.
«Οι γονείς σου δεν ήθελαν ποτέ να παντρευτείς εμένα.»

0 comments:
Post a Comment