ΜΕΡΟΣ 8 — ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΖΕΙ
Δεν είπα τίποτα σε κανέναν.
Μπήκα στο αυτοκίνητο και έκλεισα την πόρτα.
Ο μπαμπάς κάθισε στη θέση του οδηγού, η Βανέσα δίπλα του, ενώ ο Μάικλ και η Σάρα κάθισαν πίσω.
Για αρκετά λεπτά, ο κινητήρας λειτουργούσε, αλλά κανείς δεν ξεκινούσε.
Η φράση της Σάρα επαναλαμβανόταν μέσα στο κεφάλι μου.
«Ο άντρας που όλοι πιστεύαμε ότι πέθανε πριν από τριάντα δύο χρόνια.»
Κοίταξα τον μπαμπά.
«Ξέρεις ποιον εννοεί;»
Δεν απάντησε.
Αυτό ήταν η απάντηση.
«Μπαμπά.»
Έσφιξε το τιμόνι.
«Υπάρχει ένας άνθρωπος.»
«Ποιος;»
«Ο Τόμας Ριντ.»
Η Βανέσα γύρισε απότομα.
«Ποιος είναι αυτός;»
Ο μπαμπάς πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ο άντρας που όλοι πίστευαν ότι είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1994.»
«Και τι σχέση έχει με τη μαμά;»
Ο μπαμπάς με κοίταξε στον καθρέφτη.
«Ήταν ο άντρας που αγαπούσε πριν από μένα.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Και πιστεύεις ότι είναι ο πατέρας μου;»
«Δεν ξέρω.»
Η φωνή του έσπασε.
«Αλλά αν η Ελέιν έλεγε την αλήθεια… πρέπει να το μάθουμε.»
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ
Το παλιό εργαστήριο του Χάρολντ βρισκόταν πίσω από το πρώην γραφείο τελετών.
Το κτίριο ήταν εγκαταλελειμμένο.
Τα παράθυρα ήταν σκονισμένα.
Η πόρτα έτριζε.
Ο μπαμπάς στάθηκε μπροστά στα σκαλοπάτια.
Ένα.
Δύο.
Στο τρίτο, γονάτισε.
Σήκωσε προσεκτικά μια ξύλινη σανίδα.
Από κάτω υπήρχε ένα μικρό μεταλλικό κλειδί.
Η Βανέσα ψιθύρισε:
«Θεέ μου.»
Ο μπαμπάς πήρε το κλειδί.
«Η Ελέιν δεν ήθελε ποτέ να ανοίξω αυτή την πόρτα.»
«Γιατί;»
«Επειδή ήξερε ότι κάποια πράγματα, όταν τα μαθαίνεις, δεν μπορείς να τα ξεμάθεις.»
Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά.
Κλικ.
Η πόρτα άνοιξε.
Και μαζί της άνοιξε ένα κομμάτι της οικογένειάς μας που είχε παραμείνει κλειδωμένο για δεκαετίες.
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ
Το εργαστήριο ήταν γεμάτο κουτιά.
Φωτογραφίες.
Έγγραφα.
Παλιά βιβλία.
Και δεκάδες κασέτες.
Ο Μάικλ πήρε μία.
«Υπάρχουν ημερομηνίες.»
Η Βανέσα βρήκε ένα κουτί με το όνομα της μητέρας μας.
ΕΛΕΪΝ.
Ο μπαμπάς το άνοιξε.
Μέσα υπήρχαν γράμματα.
Και μία παλιά φωτογραφία.
Η μαμά στεκόταν δίπλα σε έναν άντρα.
Ο άντρας ήταν νέος.
Ψηλός.
Σκούρα μαλλιά.
Και δίπλα του…
ήμουν εγώ.
Ως μωρό.
Έμεινα ακίνητη.
«Αυτός είναι ο Τόμας;»
Ο μπαμπάς έγνεψε.
«Ναι.»
Η φωτογραφία έτρεμε στα χέρια μου.
«Γιατί υπάρχει φωτογραφία μου μαζί του;»
Ο μπαμπάς δεν απάντησε.
Η Βανέσα πήρε το πίσω μέρος της φωτογραφίας.
Υπήρχε μια ημερομηνία.
12 Μαρτίου 1994.
Και από κάτω:
«Η τελευταία φορά που θα μας δει.»
ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ
Ο Μάικλ άνοιξε έναν φάκελο.
Μέσα υπήρχε ένα παλιό άρθρο εφημερίδας.
«Τραγικό δυστύχημα στον αυτοκινητόδρομο — Ένας άντρας αγνοείται.»
Δεν υπήρχε νεκρός.
Μόνο ένα εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο.
Το αυτοκίνητο ανήκε στον Τόμας Ριντ.
Ο μπαμπάς διάβασε την εφημερίδα.
«Μας είπαν ότι βρέθηκε νεκρός.»
«Αλλά εδώ λέει αγνοούμενος», είπα.
«Ναι.»
Η Σάρα πήρε το χαρτί.
«Άρα κάποιος είπε ψέματα.»
Κανείς δεν απάντησε.
Τότε βρήκαμε μια κασέτα.
Πάνω της υπήρχε γραμμένο:
«Ρ. — 1994.»
Ο μπαμπάς την έβαλε σε ένα παλιό κασετόφωνο.
Ακούστηκε ένας άντρας.
Η φωνή ήταν καθαρή.
Ήρεμη.
Φοβισμένη.
«Ρίτσαρντ, αν ακούς αυτό, σημαίνει ότι κάτι πήγε στραβά.»
Ο μπαμπάς πάγωσε.
Η φωνή συνέχισε.
«Δεν θέλω να πολεμήσουμε για την Ελέιν. Δεν θέλω να πάρεις εκδίκηση. Αλλά πρέπει να ξέρεις την αλήθεια για τη Νάταλι.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει στα αυτιά μου.
Ο άντρας στην κασέτα πήρε ανάσα.
«Η Νάταλι είναι κόρη μου.»
Ο μπαμπάς έκλεισε τα μάτια.
Η Βανέσα άρχισε να κλαίει.
Η φωνή συνέχισε:
«Η Ελέιν δεν ήθελε να σου το πει. Φοβόταν ότι θα τη μισούσες. Αλλά εσύ έχεις κάθε δικαίωμα να γνωρίζεις.»
Και τότε ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος.
Η κασέτα σταμάτησε.
Ο Μάικλ την ξανάβαλε.
Τίποτα.
«Τελείωσε;» ρώτησα.
«Όχι», είπε ο μπαμπάς.
Σήκωσε μια δεύτερη κασέτα.
«Συνέχεια.»
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΣΕΤΑ
Ο ήχος ξεκίνησε με παράσιτα.
Μετά ακούστηκε ξανά ο Τόμας.
Αυτή τη φορά η φωνή του ήταν πανικόβλητη.
«Ρίτσαρντ, αν δεν επικοινωνήσω μαζί σου μέχρι την Παρασκευή, μην εμπιστευτείς κανέναν που σου πει ότι πέθανα.»
Ο μπαμπάς άνοιξε τα μάτια.
«Θεέ μου.»
Η φωνή συνέχισε:
«Ο Χάρολντ ξέρει. Η Ελέιν ξέρει. Και υπάρχει ένας τρίτος άνθρωπος που έχει ήδη αρχίσει να απειλεί την οικογένειά σου.»
Σταμάτησα να αναπνέω.
«Ποιος;»
Η κασέτα συνέχισε.
«Δεν μπορώ να πω το όνομά του εδώ. Αν βρεθεί η κασέτα, θα ξέρουν ότι είμαι ζωντανός.»
Κάποιος χτύπησε την πόρτα στο βάθος της ηχογράφησης.
Ο Τόμας ψιθύρισε:
«Πρέπει να φύγω.»
Έπειτα ακούστηκε μία τελευταία πρόταση.
«Ρίτσαρντ, αν κάποτε με δεις ξανά, μην με πλησιάσεις.»
Η κασέτα τελείωσε.
Το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή.
«ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ»
Ο μπαμπάς σηκώθηκε.
«Δεν πέθανε.»
«Πώς το ξέρεις;» ρώτησα.
«Επειδή κανείς που πρόκειται να πεθάνει δεν αφήνει τέτοιο μήνυμα.»
Η Σάρα κοίταξε τα κουτιά.
«Ίσως κρύβεται ακόμα.»
Ο Μάικλ βρήκε έναν φάκελο.
«Υπάρχει κάτι εδώ.»
Τον άνοιξε.
Μέσα υπήρχε ένα πρόσφατο έγγραφο.
Ημερομηνία:
2025.
Ο μπαμπάς το πήρε.
Το διάβασε.
Και ξαφνικά χλώμιασε.
«Τι είναι;» ρώτησα.
Μου το έδωσε.
Ήταν μια επιστολή από ιδιωτικό ερευνητή.
Έγραφε:
«Ο Τόμας Ριντ εντοπίστηκε.»
Κάτω από αυτό υπήρχε μία διεύθυνση.
Και μία φωτογραφία.
Ένας ηλικιωμένος άντρας στεκόταν μπροστά σε ένα μικρό σπίτι.
Τα μαλλιά του ήταν λευκά.
Το πρόσωπό του είχε γεράσει.
Αλλά τα μάτια…
Ήταν τα ίδια.
Ήταν ο άντρας από τη φωτογραφία.
Ο βιολογικός μου πατέρας.
Ζούσε.
ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ
Ο μπαμπάς έβγαλε το κινητό.
«Θα τον καλέσω.»
Πληκτρολόγησε τον αριθμό που υπήρχε στο έγγραφο.
Χτύπησε μία φορά.
Δύο.
Τρεις.
Και μετά:
«Παρακαλώ;»
Ο μπαμπάς δεν μιλούσε.
Η φωνή στην άλλη άκρη έγινε ανήσυχη.
«Ποιος είναι;»
Ο μπαμπάς κατάφερε τελικά να ψιθυρίσει:
«Τόμας;»
Σιωπή.
Έπειτα ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός.
«Ρίτσαρντ.»
Η Βανέσα έπιασε το χέρι μου.
Ο Μάικλ πάγωσε.
Η Σάρα άρχισε να κλαίει.
Ο μπαμπάς ρώτησε:
«Γιατί;»
Ο Τόμας απάντησε:
«Γιατί η Ελέιν μου ζήτησε να εξαφανιστώ.»
Ο μπαμπάς έσφιξε τα δόντια.
«Γιατί;»
«Επειδή κάποιος ήθελε να σκοτώσει τη Νάταλι.»
Ένιωσα ολόκληρο το σώμα μου να παγώνει.
«Ποιος;» ρώτησε ο μπαμπάς.
Ο Τόμας σώπασε.
«Ποιος ήθελε να σκοτώσει την κόρη μου;»
Η απάντηση ήρθε ψιθυριστά.
«Ο άνθρωπος που πίστευες ότι ήταν ο καλύτερός σου φίλος.»
Ο μπαμπάς άφησε το τηλέφωνο να πέσει από το χέρι του.
Ο Χάρολντ.
Αλλά ο Χάρολντ ήταν ήδη νεκρός.
Και τότε ο Μάικλ, που έψαχνε ακόμα στα κουτιά, σήκωσε ξαφνικά ένα παλιό έγγραφο.
«Μπαμπά…»
Γυρίσαμε όλοι.
Το πρόσωπό του είχε ασπρίσει.
«Ο Χάρολντ δεν ήταν αυτός που έδωσε την εντολή.»
«Τότε ποιος;»
Ο Μάικλ κοίταξε την τελευταία σελίδα.
«Βρήκα το όνομα.»
Η φωνή του έτρεμε.
«Και δεν θα σας αρέσει.»
Γύρισε το έγγραφο προς το μέρος μας.
Στην κορυφή υπήρχε ένα όνομα.
ΕΛΕΪΝ ΚΟΟΥΛ.
Και από κάτω, με κόκκινο μελάνι:
«Σχέδιο προστασίας της Νάταλι — ΕΝΕΡΓΟ.»
Ο μπαμπάς έκανε ένα βήμα πίσω.
«Αυτό είναι αδύνατο.»
Η Σάρα ψιθύρισε:
«Η μαμά δεν προσπαθούσε απλώς να κρύψει την αλήθεια.»
Κοίταξε το έγγραφο.
«Προσπαθούσε να προστατεύσει τη Νάταλι από κάτι που φοβόταν ότι θα συμβεί.»
Και τότε, από την άλλη άκρη του δωματίου, ακούστηκε ένας ήχος.
Ένα παλιό τηλέφωνο άρχισε να χτυπά.
Μία φορά.
Δύο φορές.
Τρεις φορές.
Ο μπαμπάς πλησίασε αργά.
Σήκωσε το ακουστικό.
Και μια αντρική φωνή ψιθύρισε:
«Ρίτσαρντ… δεν έπρεπε να βρεις αυτό το δωμάτιο.»
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 9....

0 comments:
Post a Comment