ΜΕΡΟΣ 8 — ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ, Ο ΝΤΙΕΓΚΟ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΑΡΜΕΝ ΜΕ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ, ΚΑΙ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΞΑΦΝΙΚΑ ΝΕΟ ΝΟΗΜΑ
Τρία χρόνια πέρασαν.
Αποφοίτησα.
Και αντί να φύγω από τη Γκουανταλαχάρα, έμεινα.
Το «Τραπέζι της Κάρμεν» είχε μεγαλώσει.
Δεν ήταν πια ένα μικρό δωμάτιο.
Είχαμε δύο χώρους.
Μια μικρή βιβλιοθήκη.
Μια κουζίνα.
Και εθελοντές.
Όμως υπήρχε κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ.
Δεν είχα επιστρέψει στο παλιό σπίτι της Κάρμεν.
Μέχρι εκείνη την ημέρα.
Το σπίτι είχε μείνει κλειστό για αρκετό καιρό.
Μπήκα μόνος.
Το δωμάτιο ήταν άδειο.
Το παλιό ραδιόφωνο βρισκόταν ακόμα στη θέση του.
Η καρέκλα της ήταν εκεί.
Κάθισα.
Και για μια στιγμή ένιωσα σαν να είχε επιστρέψει ο χρόνος.
Έβγαλα από την τσέπη μου το πρώτο της γράμμα.
Το είχα κρατήσει όλα αυτά τα χρόνια.
Διάβασα ξανά την τελευταία παράγραφο.
«Αν κάποτε αναρωτηθείς αν άξιζε να μείνεις δίπλα μου χωρίς να πληρωθείς, η απάντηση είναι ναι. Όχι επειδή εγώ άξιζα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αλλά επειδή εκείνες οι στιγμές θα σου μάθουν τι άνθρωπος θέλεις να γίνεις.»
Έκλεισα τα μάτια.
Τότε άκουσα χτύπο στην πόρτα.
Ήταν ένας από τους φοιτητές που βοηθούσαμε.
Κρατούσε ένα κουτί.
«Ντιέγκο, μαζέψαμε τρόφιμα.»
Χαμογέλασα.
«Πού τα βάζουμε;»
«Στην κουζίνα.»
Τον ακολούθησα.
Και τότε σκέφτηκα κάτι.
Η Κάρμεν είχε πεθάνει μόνη.
Αλλά η καλοσύνη της είχε δημιουργήσει μια οικογένεια που εκείνη δεν πρόλαβε ποτέ να γνωρίσει.

0 comments:
Post a Comment