ΜΕΡΟΣ 8 — «Όταν ξαναείδα τον Ντάνιελ μήνες αργότερα, δεν ζήτησε χρήματα, σπίτι ή δουλειά — μου ζήτησε μόνο να τον ακούσω»
Πέρασαν αρκετοί μήνες.
Μια Κυριακή, ο Ντάνιελ εμφανίστηκε έξω από το σπίτι μας.
Δεν είχε ακριβό αυτοκίνητο.
Δεν φορούσε ακριβό κοστούμι.
Δεν ήρθε με τη Βανέσα.
Ήταν μόνος.
Η Έλενα τον είδε από το παράθυρο.
«Είναι εδώ.»
Την κοίταξα.
«Θέλεις να φύγω;»
«Όχι.»
Άνοιξε την πόρτα.
Ο Ντάνιελ στεκόταν στο κατώφλι.
«Γεια, μαμά.»
«Γεια.»
Έπειτα με κοίταξε.
«Μπαμπά.»
«Ντάνιελ.»
Μπήκε μέσα.
Κάθισε.
Για αρκετά δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.
Τελικά είπε:
«Δεν ήρθα για χρήματα.»
Δεν απάντησα.
«Ούτε για το σπίτι.»
Η Έλενα τον κοίταξε.
«Ούτε για την εταιρεία.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Ήρθα να σας πω ότι έκανα λάθος.»
Η Έλενα έκλεισε τα μάτια.
«Τι ακριβώς έκανες λάθος;»
Ο Ντάνιελ κατάπιε δύσκολα.
«Πίστεψα ότι επειδή ήμουν ο γιος σας, όλα μου ανήκαν.»
Σιωπή.
«Πίστεψα ότι η μαμά θα με συγχωρούσε ό,τι κι αν έκανα.»
Η Έλενα δεν μίλησε.
«Και πίστεψα ότι η Βανέσα ήθελε απλώς να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη.»
«Και τώρα;» ρώτησα.
«Τώρα καταλαβαίνω ότι δεν κοιτούσα τη ζωή μου. Κοιτούσα μόνο όσα μπορούσα να πάρω.»
Η φωνή του έσπασε.
«Και δεν κατάλαβα τι είχα ήδη.»
Η Έλενα δάκρυσε.
Αλλά δεν σηκώθηκε να τον αγκαλιάσει.
Όχι ακόμα.
«Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι όλα θα επιστρέψουν όπως πριν», του είπε.
«Δεν το ζητάω.»
«Θα χρειαστεί χρόνος.»
«Το ξέρω.»
«Και δεν θα σου δώσουμε χρήματα για να διορθώσεις τα λάθη σου.»
«Το ξέρω.»
«Και δεν θα χρησιμοποιήσεις ξανά το όνομά μας για να αποκτήσεις κάτι.»
Ο Ντάνιελ έγνεψε.
«Το ξέρω.»
Τότε η Έλενα σηκώθηκε.
Πλησίασε τον γιο της.
Και τον αγκάλιασε.
Όχι επειδή όλα είχαν λυθεί.
Αλλά επειδή, για πρώτη φορά, εκείνος δεν ζητούσε τίποτα.

0 comments:
Post a Comment