ΜΕΡΟΣ 8 — Η ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΞΕ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΚΑΝ ΕΙΠΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ — ΑΛΛΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΚΡΥΒΟΤΑΝ ΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΛΥ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ
Η λαβή της πόρτας κατέβαινε αργά.
Πολύ αργά.
Σαν κάποιος από την άλλη πλευρά να ήθελε να μου δώσει χρόνο να καταλάβω ότι δεν υπήρχε διαφυγή.
Κρατούσα ακόμα το τηλέφωνο στο αυτί μου.
Η φωνή της Ρέμι ακούστηκε σαν ψίθυρος.
«Κλερ, μην ανοίξεις.»
Δεν απάντησα.
Ο Λόγκαν χτύπησε απαλά την πόρτα.
«Ξέρω ότι είσαι εκεί.»
Ένιωσα τα πόδια μου να παγώνουν.
«Κλερ, δεν ήρθα για να σου κάνω κακό.»
Σχεδόν γέλασα.
Ο άνθρωπος που είχε σκηνοθετήσει ένα ψεύτικο ατύχημα, είχε χρησιμοποιήσει ψεύτικους γιατρούς και είχε εμπλέξει μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων σε ένα σχέδιο που δεν καταλάβαινα ακόμα...
τώρα μου έλεγε ότι δεν ήρθε να με βλάψει.
Η Ρέμι μού είπε:
«Υπάρχει δεύτερη έξοδος στο δωμάτιο;»
Κοίταξα γύρω μου.
Μπαλκόνι.
Ένας στενός διάδρομος.
Το μπάνιο.
Τίποτα.
«Όχι.»
«Τότε άκουσέ με. Θα ανοίξεις.»
«Τι;»
«Αλλά δεν θα τον αφήσεις να μπει.»
Η λαβή σταμάτησε.
«Κλερ», είπε ο Λόγκαν. «Η μητέρα σου μου είπε ότι βρίσκεσαι εδώ.»
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.
Η μητέρα μου.
Άρα η Ρέμι είχε δίκιο.
Η μητέρα μου δεν είχε απλώς πληρώσει την εγγύησή του.
Τον είχε ενημερώσει πού βρισκόμουν.
Πλησίασα αργά την πόρτα.
«Τι θέλεις;»
«Να σου πω την αλήθεια.»
«Την αλήθεια;»
«Ναι.»
«Ποια από όλες;»
Σιωπή.
Μετά είπε:
«Ότι δεν σε παντρεύτηκα μόνο για τα χρήματα.»
Έκλεισα τα μάτια.
Η Ρέμι ψιθύρισε:
«Άνοιξέ την.»
Ξεκλείδωσα.
Άνοιξα την πόρτα μόλις λίγα εκατοστά.
Ο Λόγκαν στεκόταν απέναντί μου.
Δεν φορούσε κοστούμι.
Δεν φορούσε γραβάτα.
Είχε το ίδιο πρόσωπο που είχα φιλήσει χιλιάδες φορές.
Αλλά τώρα δεν μπορούσα να δω τον άντρα μου.
Έβλεπα έναν ξένο.
Πίσω του στεκόταν ένας άντρας που αναγνώρισα από το νοσοκομείο.
Ένας από τους ψεύτικους γιατρούς.
«Μόνος», είπα.
Ο Λόγκαν έκανε ένα νεύμα.
Ο άντρας απομακρύνθηκε.
«Έχεις πέντε λεπτά», του είπα.
Μπήκε.
Δεν κάθισε.
Με κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα.
«Η Ρέμι σου μίλησε.»
Δεν απάντησα.
«Σου είπε για το καταπίστευμα.»
«Μου είπε αρκετά.»
«Δεν σου είπε όλη την ιστορία.»
«Τότε πες μου.»
Ο Λόγκαν πήρε βαθιά ανάσα.
«Ο πατέρας σου δεν δημιούργησε το καταπίστευμα για να σε προστατεύσει από εμένα.»
«Τότε γιατί;»
«Για να σε προστατεύσει από τους ανθρώπους που θα ερχόντουσαν μετά από εκείνον.»
«Ποιοι άνθρωποι;»
Έβγαλε ένα μικρό φάκελο από την τσέπη του.
Τον άφησε πάνω στο τραπέζι.
«Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που παντρεύτηκα εσένα.»
Άνοιξα τον φάκελο.
Μέσα υπήρχε μια παλιά φωτογραφία.
Ο πατέρας μου.
Ένας άντρας που δεν γνώριζα.
Και...
η μητέρα μου.
Όλοι στέκονταν μπροστά από ένα παλιό κτίριο.
Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπήρχε ημερομηνία.
Τρία χρόνια πριν γεννηθώ.
«Τι είναι αυτό;»
Ο Λόγκαν χαμήλωσε τη φωνή του.
«Η μητέρα σου γνώριζε για το δίκτυο πολύ πριν από τον πατέρα σου.»
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
«Λες ψέματα.»
«Μακάρι.»
Έβγαλε ένα δεύτερο έγγραφο.
Ήταν μια τραπεζική μεταφορά.
Το όνομα του δικαιούχου ήταν κρυμμένο.
Αλλά ο αποστολέας ήταν ξεκάθαρος.
Η μητέρα μου.
«Όχι...»
«Εκείνη χρηματοδότησε την πρώτη εταιρεία.»
Κοίταξα τον Λόγκαν.
«Γιατί;»
«Επειδή η εταιρεία δεν ήταν πραγματικά εταιρεία.»
«Τι ήταν;»
«Ένας τρόπος να μεταφέρονται χρήματα χωρίς να φαίνεται από πού προέρχονταν.»
Ένιωσα τα χέρια μου να τρέμουν.
«Και ο πατέρας μου;»
Ο Λόγκαν δεν απάντησε αμέσως.
«Ο πατέρας σου το ανακάλυψε.»
«Και;»
«Προσπάθησε να το σταματήσει.»
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
«Γι' αυτό πέθανε;»
Ο Λόγκαν κατέβασε τα μάτια.
Δεν χρειαζόταν να απαντήσει.
«Ήταν ατύχημα», είπε τελικά.
«Δεν σε ρώτησα αν ήταν ατύχημα.»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Όχι.»
Μια λέξη.
Μόνο μία.
Αλλά γκρέμισε όσα πίστευα για ολόκληρη τη ζωή μου.
«Η μητέρα μου σκότωσε τον πατέρα μου;»
«Δεν έχω αποδείξεις.»
«Αλλά το πιστεύεις.»
«Ναι.»
Έκανα ένα βήμα πίσω.
«Και εσύ;»
«Εγώ προσπάθησα να βρω τις αποδείξεις.»
«Γιατί;»
«Επειδή ο πατέρας μου ήταν ένας από τους ανθρώπους που βοήθησαν τον δικό σου.»
«Τον πατέρα μου;»
«Ναι.»
Άρχισα να καταλαβαίνω.
«Γι' αυτό με παντρεύτηκες.»
Ο Λόγκαν δεν μίλησε.
«Ήθελες πρόσβαση στο καταπίστευμα.»
«Στην αρχή.»
«Και μετά;»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Για πρώτη φορά φάνηκε πραγματικά πληγωμένος.
«Μετά σε αγάπησα.»
Γέλασα πικρά.
«Δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτή η λέξη.»
«Ξέρω.»
«Όχι. Αν με αγαπούσες, θα μου έλεγες την αλήθεια.»
«Αν σου έλεγα την αλήθεια, θα σε σκότωναν.»
«Και τώρα;»
«Τώρα ξέρουν ότι την ξέρεις.»
Έπεσε σιωπή.
Τότε το τηλέφωνό μου δονήθηκε.
Ένα νέο μήνυμα.
Από τη Ρέμι.
«ΜΗΝ ΤΟΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. ΚΟΙΤΑ ΣΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ.»
Σήκωσα τα μάτια μου προς τον Λόγκαν.
Εκείνος με κοίταζε.
Δεν είχα πει τίποτα.
Δεν ήξερε τι είχε γράψει η Ρέμι.
«Πρέπει να φύγω», είπε.
«Γιατί;»
«Επειδή έρχονται.»
«Ποιοι;»
Το βλέμμα του πήγε προς την πόρτα.
«Οι άνθρωποι που δεν ήθελαν ποτέ να βρεις την αλήθεια.»
Έκανε να φύγει.
«Λόγκαν.»
Σταμάτησε.
«Πού είναι το γραφείο σου;»
Πάγωσε.
Για πρώτη φορά, είδα καθαρά φόβο στα μάτια του.
«Κλερ...»
«Πού είναι;»
Δεν απάντησε.
Και τότε ακούστηκε ένας δυνατός κρότος από τον διάδρομο.
Η πόρτα του ξενοδοχείου χτυπήθηκε απότομα.
Ο Λόγκαν γύρισε προς το μέρος μου.
«Κλείδωσε την πόρτα.»
«Τι συμβαίνει;»
«Δεν είναι αστυνομία.»
Το δεύτερο χτύπημα ήταν τόσο δυνατό που η πόρτα κουνήθηκε μέσα στο πλαίσιο.
Ο Λόγκαν με άρπαξε από το χέρι.
«Κλερ, αν θέλεις να ζήσεις, πρέπει να με εμπιστευτείς για τελευταία φορά.»
Τον κοίταξα.
Ο άντρας που είχε καταστρέψει την εμπιστοσύνη μου...
ήταν τώρα ο μόνος άνθρωπος ανάμεσα σε εμένα και αυτούς που βρίσκονταν έξω.
Και τότε, από την άλλη πλευρά της πόρτας, ακούστηκε μια φωνή.
Μια φωνή που αναγνώρισα αμέσως.
Η μητέρα μου.
«Κλερ, άνοιξε την πόρτα.»
Ο Λόγκαν χλόμιασε.
«Τώρα καταλαβαίνεις», ψιθύρισε.
«Τι;»
Με κοίταξε στα μάτια.
«Δεν ήρθε να σε πάρει πίσω.»
Ένα τρίτο χτύπημα έκανε την πόρτα να τρίζει.
Ο Λόγκαν πλησίασε στο αυτί μου.
«Ήρθε να βεβαιωθεί ότι δεν θα προλάβεις να αποκαλύψεις ποιος σκότωσε τον πατέρα σου.»
Και τότε...
η πόρτα άρχισε να ανοίγει.

0 comments:
Post a Comment