ΜΕΡΟΣ 9 — Στα 19 Του, Ο Λίο Μου Είπε Ότι Ήθελε Να Φύγει Από Το Σπίτι Και Να Ζήσει Μόνος Του — Και Αυτή Τη Φορά Δεν Είχα Δικαίωμα Να Απαντήσω Για Εκείνον
Ο Λίο έγινε δεκαεννέα.
Η δουλειά του στο εστιατόριο είχε γίνει σταθερό κομμάτι της ζωής του.
Είχε περισσότερες ώρες.
Είχε δικό του πρόγραμμα.
Είχε ανθρώπους που τον περίμεναν.
Και είχε αρχίσει να αποταμιεύει χρήματα.
Μια μέρα μπήκε στην κουζίνα.
Κρατούσε έναν φάκελο.
— Μαμά.
— Ναι;
— Θέλω να σου πω κάτι.
Αμέσως ανησύχησα.
— Τι έγινε;
— Βρήκα ένα διαμέρισμα.
Πάγωσα.
— Τι;
— Μικρό.
— Πού;
— Δέκα λεπτά από το εστιατόριο.
Το μυαλό μου άρχισε να γεμίζει ερωτήσεις.
Ποιος θα τον βοηθούσε;
Τι θα γινόταν αν αρρώσταινε;
Αν κάτι πήγαινε στραβά;
Αν κάποιος τον εκμεταλλευόταν;
Αν…
— Δεν νομίζω ότι είσαι έτοιμος.
Η φράση βγήκε πριν προλάβω να τη συγκρατήσω.
Ο Λίο σώπασε.
Κοίταξε το πάτωμα.
Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, είδα στο πρόσωπό του κάτι που δεν είχα δει στο εστιατόριο.
Απογοήτευση.
— Δεν ρώτησα αν είμαι έτοιμος.
Η καρδιά μου βούλιαξε.
— Λίο…
— Σου είπα ότι βρήκα σπίτι.
Έφυγε.
Κάθισα μόνη στην κουζίνα.
Και τότε θυμήθηκα τα τρία δευτερόλεπτα.
Δεν του είχα δώσει ούτε ένα.
Είχα απαντήσει πριν καν τελειώσει.
Πήγα στην Κλόη.
— Θέλει να φύγει.
Η Κλόη δεν φάνηκε έκπληκτη.
— Το ξέρω.
— Το ήξερες;
— Το συζητούσε εδώ και μήνες.
Ένιωσα ένα κύμα θυμού.
— Γιατί δεν μου είπες;
— Γιατί δεν ήταν δική μου απόφαση.
Σώπασα.
Είχε δίκιο.
Για πρώτη φορά, κατάλαβα τι είχε κάνει η Κλόη πριν από δέκα χρόνια.
Δεν είχε προσπαθήσει να μου πάρει τον Λίο.
Προσπαθούσε να του δώσει έναν χώρο όπου μπορούσε να γίνει ο εαυτός του χωρίς να χρειάζεται πρώτα να περάσει από εμένα.
Το ίδιο βράδυ κάθισα δίπλα στον Λίο.
— Συγγνώμη.
Δεν απάντησε.
— Μίλησα πολύ γρήγορα.
Με κοίταξε.
— Ναι.
— Έπρεπε να περιμένω.
— Ναι.
Πήρα ανάσα.
— Θέλεις πραγματικά να φύγεις;
— Ναι.
— Γιατί;
Ο Λίο σκέφτηκε.
— Θέλω να δοκιμάσω.
Αυτή τη φορά δεν του είπα ότι ήταν επικίνδυνο.
Δεν του είπα ότι δεν ήταν έτοιμος.
Δεν του είπα τι έπρεπε να κάνει.
Είπα μόνο:
— Τότε θα το σχεδιάσουμε μαζί.
Ο Λίο χαμογέλασε.
— Εντάξει.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο.
Όχι επειδή ο Λίο δεν με χρειαζόταν.
Αλλά επειδή έμαθα ότι το να τον αγαπώ δεν σήμαινε να αποφασίζω για πάντα αντί γι' αυτόν.
Μερικούς μήνες αργότερα, μετακόμισε.
Το διαμέρισμα ήταν μικρό.
Η κουζίνα είχε δύο ντουλάπια.
Το μπάνιο ήταν στενό.
Το σαλόνι χωρούσε μόλις έναν καναπέ και ένα μικρό τραπέζι.
Αλλά όταν μπήκε μέσα, χαμογέλασε.
— Είναι δικό μου.
— Ναι.
— Μου αρέσει.
— Κι εμένα.
Και όταν έκλεισε την πόρτα πίσω μας, κατάλαβα ότι η ζωή του δεν τελείωνε όταν έφευγε από το σπίτι.
Μόλις άρχιζε.

0 comments:
Post a Comment