ΜΕΡΟΣ 9 — «Έναν χρόνο αργότερα, η 72χρονη μητέρα μου έκανε κάτι που κανείς μας δεν περίμενε — και ο άντρας που κάποτε έφευγε στις 7:30 έμεινε μέχρι το τέλος»
Ένας χρόνος πέρασε.
Η Έβελιν είχε καλύτερες και χειρότερες μέρες.
Υπήρχαν πρωινά που αναγνώριζε όλους μας.
Και άλλα που ρωτούσε τον Ρίτσαρντ ποιος ήταν.
Αλλά υπήρχε κάτι που δεν άλλαξε.
Η μουσική.
Όταν άκουγε το παλιό μουσικό κουτί, χαμογελούσε.
Η μητέρα μου το είχε επισκευάσει.
Και κάθε Κυριακή, το έβαζε πάνω στο τραπέζι.
Τα δείπνα έγιναν παράδοση.
Η Κλόη έφερνε παγωτό.
Ο Ρίτσαρντ έφερνε λουλούδια.
Η Έβελιν έφερνε τις κάρτες της.
Και η μητέρα μου έφτιαχνε σοκολατόπιτα.
Μια Κυριακή, στις 7:30, κοίταξα το ρολόι.
Ο Ρίτσαρντ ήταν ακόμα εκεί.
Στις 8.
Ακόμα εκεί.
Στις 8:30.
Έφαγε δεύτερο κομμάτι πίτας.
Η Κλόη τον κοίταξε.
«Τι έγινε;»
Ο Ρίτσαρντ γέλασε.
«Τι;»
«Δεν έφυγες στις 7:30.»
«Όχι.»
«Να ανησυχούμε;»
Όλοι γέλασαν.
Η μητέρα μου έπιασε το χέρι του.
«Δεν χρειάζεται πια να φεύγει μόνος.»
Και τότε κατάλαβα.
Το 7:30 δεν ήταν ποτέ η ώρα που ο Ρίτσαρντ ήθελε να φύγει.
Ήταν η ώρα που κάποιος τον χρειαζόταν.
Και τώρα, δεν χρειαζόταν να κρύβει κανέναν από κανέναν.

0 comments:
Post a Comment