ΜΕΡΟΣ 9 — «Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΠΡΟΒΑ ΕΙΝΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ» — ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΔΕΝ ΘΑ ΑΦΗΝΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΜΟΥ ΑΔΕΙΑ
Η Πέμπτη ήρθε γρήγορα.
Στις τέσσερις το απόγευμα, το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Η Μελίσα.
Για ένα δευτερόλεπτο ένιωσα το παλιό μου ένστικτο.
Να απαντήσω.
Να πω «ναι».
Να βρω τρόπο.
Μετά κοίταξα την ώρα.
Η πρόβα της Έμιλι ξεκινούσε σε λίγο.
Άφησα το τηλέφωνο στην τσάντα μου.
Και έφυγα.
Όταν έφτασα στο σχολείο, η αίθουσα ήταν σχεδόν άδεια.
Μπήκα.
Κοίταξα τις καρέκλες.
Και βρήκα μια θέση στην πρώτη σειρά.
Κάθισα.
Λίγα λεπτά αργότερα, η Έμιλι μπήκε στην αίθουσα.
Με είδε.
Σταμάτησε.
«Μαμά!»
Χαμογέλασα.
«Σου είπα ότι θα έρθω.»
Πλησίασε.
«Ήρθες πριν από εμένα.»
«Το υποσχέθηκα.»
Κάθισε δίπλα μου πριν αρχίσει η πρόβα.
«Ξέρεις κάτι;»
«Τι;»
«Δεν με νοιάζει τόσο που είναι κοντά τα μαλλιά μου.»
«Όχι;»
Κούνησε το κεφάλι.
«Όταν μεγαλώσουν, θα τα αφήσω πάλι μακριά.»
«Και μέχρι τότε;»
«Θα τα κρατήσω έτσι.»
Χαμογέλασα.
«Μου αρέσουν.»
«Και σε μένα.»
Και μετά έτρεξε στη σκηνή.
Την παρακολούθησα.
Όχι από το κινητό.
Όχι από μια ηχογράφηση της Λίντα.
Όχι μέσα από μια φωτογραφία.
Από κοντά.
Εκεί.
Και συνειδητοποίησα κάτι που με πόνεσε.
Είχα χάσει τόσες μικρές στιγμές επειδή περίμενα μια μεγάλη στιγμή για να γίνω καλύτερη μητέρα.
Δεν χρειαζόταν μεγάλη στιγμή.
Χρειαζόταν η Πέμπτη.
Μια πρόβα.
Μια θέση.
Ένα χειροκρότημα.
Μια κόρη που θα με κοιτούσε από τη σκηνή και θα ήξερε ότι ήμουν εκεί.
Όταν τελείωσε η πρόβα, η Έμιλι έτρεξε προς το μέρος μου.
«Πώς ήμουν;»
«Υπέροχη.»
«Αλήθεια;»
«Αλήθεια.»
Με αγκάλιασε.
Και εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ξανά το πρώτο βράδυ.
Τα μακριά μαλλιά.
Τη χτένα.
Τη φράση:
«Δεν θα τα κόψω ποτέ.»
Κι όμως τα έκοψε.
Για έναν λόγο που δεν είχα καταλάβει.
Για έναν άνθρωπο που αγαπούσε.
Για να μη νιώσει μια φίλη της μόνη.

0 comments:
Post a Comment