ΜΕΡΟΣ 9 — ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ Ο ΕΝΤ ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΞΑΝΑ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΩ, ΔΕΝ ΤΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΑ ΑΜΕΣΩΣ — ΤΟΥ ΕΙΠΑ ΟΤΙ ΠΡΩΤΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΜΟΥ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ
Πέρασαν μήνες.
Ο Εντ έγινε καλύτερα.
Περπατούσε καθημερινά.
Πρόσεχε τη διατροφή του.
Έκανε τα ραντεβού του.
Και το σημαντικότερο:
Μου έλεγε τα πάντα.
Ακόμα κι όταν φοβόταν.
Ακόμα κι όταν δεν ήθελε να με ανησυχήσει.
Ένα βράδυ καθόμασταν στη βεράντα.
Το ίδιο φως που κάποτε άναβα επειδή περίμενα να επιστρέψει από το διαμέρισμά του.
Ο Εντ κρατούσε δύο φλιτζάνια.
«Μέριλιν.»
«Ναι;»
«Θέλω να σου ζητήσω κάτι.»
Τον κοίταξα.
Έβγαλε ένα μικρό κουτί από την τσέπη του.
Δεν ήταν δαχτυλίδι.
Ήταν το παλιό μας γαμήλιο δαχτυλίδι.
Το είχε κρατήσει.
«Το βρήκα όταν γύρισα στο διαμέρισμα.»
Το πήρα.
«Γιατί το κράτησες;»
«Γιατί δεν σταμάτησα ποτέ να σε θεωρώ γυναίκα μου.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν.
«Τότε γιατί με άφησες;»
«Επειδή φοβήθηκα.»
«Και τώρα;»
«Φοβάμαι ακόμα.»
Περίμενα.
«Αλλά τώρα θέλω να φοβάμαι μαζί σου.»
Αυτή η φράση με διέλυσε.
Γιατί ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να μου είχε πει από την αρχή.
Δεν χρειάζομαι έναν άντρα που δεν φοβάται.
Χρειάζομαι έναν άντρα που δεν θα με αφήσει έξω από τον φόβο του.
«Δεν μπορώ να ξεχάσω όσα έγιναν», είπα.
«Δεν θέλω να τα ξεχάσεις.»
«Γιατί;»
«Για να μην ξανακάνω το ίδιο λάθος.»
Κοίταξα το δαχτυλίδι.
«Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι όλα θα είναι όπως πριν.»
«Δεν θέλω να είναι όπως πριν.»
«Τι θέλεις;»
«Να είναι αληθινά.»
Έμεινα σιωπηλή.
Ύστερα έβαλα το δαχτυλίδι πάνω στο τραπέζι.
«Δεν θα σου απαντήσω απόψε.»
Χαμογέλασε.
«Εντάξει.»
«Θα σου απαντήσω όταν είμαι έτοιμη.»
«Εντάξει.»
Και αυτή τη φορά, δεν προσπάθησε να με πείσει.
Δεν πίεσε.
Δεν αποφάσισε.
Απλώς περίμενε.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά μετά από σαράντα δύο χρόνια που ο Εντ μου έδωσε ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν.
Το δικαίωμα να αποφασίσω εγώ.

0 comments:
Post a Comment