ΜΕΡΟΣ 9 — «Η Μελίσα άνοιξε το τελευταίο κουτί της μητέρας της — και βρήκε κάτι που έκανε και τους δύο μας να κλάψουμε»
Το κουτί βρισκόταν ακόμα εκεί.
Το ίδιο παλιό κουτί.
Μόνο που τώρα η Μελίσα ήταν αρκετά μεγάλη για να το ανοίξει μόνη της.
Καθίσαμε στο πάτωμα του δωματίου.
«Είσαι έτοιμη;» τη ρώτησα.
«Ναι.»
Άνοιξε το καπάκι.
Οι ίδιες φωτογραφίες.
Τα ίδια μικρά αντικείμενα.
Και κάτω από όλα…
ένα μικρό ξύλινο κουτί που δεν είχα ξαναδεί.
«Αυτό τι είναι;»
«Δεν ξέρω.»
Το ανοίξαμε.
Μέσα υπήρχε ένα μικρό κομμάτι μεταξωτό ύφασμα.
Και ένα σημείωμα.
Η γραφή ήταν της Τζένα.
Η Μελίσα το πήρε.
«Να το διαβάσω;»
«Ναι.»
Έγραφε:
«Αν κάποτε χρειαστεί να διαλέξεις ανάμεσα σε κάτι ακριβό και σε κάτι που έχει αγάπη μέσα του, διάλεξε την αγάπη.
Τα ακριβά πράγματα φθείρονται.
Η αγάπη όχι.»
Η Μελίσα έμεινε ακίνητη.
Μετά άρχισε να κλαίει.
Την αγκάλιασα.
«Μου λείπει», ψιθύρισε.
«Κι εμένα.»
«Μερικές φορές φοβάμαι ότι την ξεχνάω.»
Αυτό ήταν το μεγαλύτερο μου άγχος κι εγώ.
«Δεν την ξεχνάς.»
«Πώς το ξέρεις;»
Της έδειξα το φόρεμα.
«Γιατί βλέπω τη μαμά σου κάθε φορά που χαμογελάς έτσι.»
Χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
«Κι εσύ;»
«Τι;»
«Τι βλέπεις όταν κοιτάς εμένα;»
Πήρα το πρόσωπό της στα χέρια μου.
«Βλέπω το καλύτερο κομμάτι και των δυο μας.»
Με αγκάλιασε.
Και για αρκετή ώρα μείναμε έτσι.
Χωρίς να μιλάμε.
Γιατί μερικές φορές δεν χρειάζονται λέξεις.
Το ίδιο βράδυ η Μελίσα πήρε το παλιό μεταξωτό κομμάτι.
«Θέλω να κάνω κάτι.»
«Τι;»
«Να το προσθέσω στο φόρεμα.»
«Γιατί;»
«Γιατί είναι το τελευταίο κομμάτι που δεν έχει πάνω του.»
Δεν ήξερα τι να πω.
Έτσι, για πρώτη φορά, καθίσαμε μαζί μπροστά στη ραπτομηχανή.
Εκείνη έραβε.
Εγώ κρατούσα το ύφασμα.
Και κάπως έτσι, χρόνια μετά από εκείνη τη νύχτα που προσπαθούσα μόνος μου να φτιάξω ένα φόρεμα για την κόρη μου…
το τελειώσαμε μαζί.
Όταν το φόρεσε, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
«Τώρα είναι ολοκληρωμένο.»
«Ναι.»
«Και η μαμά είναι εδώ.»
Έγνεψα.
«Ναι.»
Δεν ήξερα αν αυτό που ένιωθα ήταν λύπη ή χαρά.
Ίσως και τα δύο.
Την επόμενη μέρα η Μελίσα πήρε το φόρεμα.
«Τι θα το κάνεις;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε.
«Δεν θα το κρατήσω μόνο για μένα.»
«Τι εννοείς;»
«Θέλω να το δωρίσω.»
Έμεινα σιωπηλός.
«Σε ένα μουσείο;»
«Όχι.»
Χαμογέλασε.
«Σε ένα πρόγραμμα για παιδιά που έχουν χάσει γονείς.»
Τότε κατάλαβα.
Η κόρη μου δεν ήθελε να κρατήσει τη μνήμη της μητέρας της κλειδωμένη σε ένα κουτί.
Ήθελε να τη μοιραστεί.
Και εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως η Τζένα είχε κερδίσει κάτι που κανένας θάνατος δεν μπορούσε να της πάρει.
Η αγάπη της είχε περάσει στην επόμενη γενιά.
Συνεχίζεται στο ΤΕΛΙΚΟ…

0 comments:
Post a Comment