ΜΕΡΟΣ 2
Η Camila κρατούσε το γράμμα με τρεμάμενα χέρια, σαν να είχε ξαφνικά γίνει πολύ βαρύ για να το σηκώσει.
Τα μάτια της έτρεχαν γρήγορα πάνω στις γραμμές.
Και όσο διάβαζε… τόσο πιο άσπρο γινόταν το πρόσωπό της.
— Όχι… όχι, αυτό δεν είναι δυνατόν… — ψιθύρισε.
Οι κόρες της πλησίασαν από πίσω της.
— Μαμά; Τι γράφει; — ρώτησε η μία, αλλά η φωνή της έσπασε στη μέση.
Εγώ στεκόμουν ακίνητη στις σκάλες, ακόμα φορώντας το φόρεμα από τη στολή του πατέρα μου.
Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα ακουστεί σε όλο το σπίτι.
Ο αξιωματικός δεν είχε τελειώσει.
Έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά και μίλησε ξανά, πιο χαμηλά τώρα.
— Υπάρχει και κάτι ακόμη που πρέπει να παραδοθεί.
Η Camila σήκωσε απότομα το κεφάλι της.
— Όχι… αυτό ήταν όλο, σωστά; Μόνο το γράμμα;
Ο αξιωματικός την κοίταξε σταθερά.
— Ο λοχίας Carter άφησε συγκεκριμένες οδηγίες. Σε περίπτωση που η επιστολή ανοιχτεί σήμερα, πρέπει να παραδοθεί και ο φάκελος αποθήκης.
Έβγαλε έναν δεύτερο φάκελο.
Παλαιός. Σφραγισμένος. Με στρατιωτική σήμανση.
Η Camila έκανε ένα βήμα πίσω.
— Δεν… δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάτε.
Αλλά τα χέρια της έτρεμαν ακόμα πιο πολύ.
Ο αξιωματικός γύρισε ελαφρά το βλέμμα του προς εμένα για πρώτη φορά.
Με κοίταξε σαν να ήξερε ήδη ποια είμαι.
— Αυτός ο φάκελος ανήκει στην κόρη του.
Σιωπή.
Βαριά.
Απόλυτη.
Οι ετεροθαλείς αδελφές μου γύρισαν να με κοιτάξουν απότομα.
— Αυτή; — είπε η μία ειρωνικά, αλλά χωρίς καμία σιγουριά πια.
Η Camila έσφιξε τα δόντια της.
— Αυτό είναι γελοίο…
Αλλά ο αξιωματικός δεν αστειευόταν.
Άνοιξε τον φάκελο μπροστά σε όλους.
Μέσα υπήρχε ένα χαρτί… και ένα μικρό μεταλλικό κλειδί.
— Ο λοχίας Carter άφησε εντολή — είπε καθαρά. — Αυτό το κλειδί οδηγεί σε θυρίδα στρατιωτικής αποθήκης. Και εκεί βρίσκεται η αλήθεια που δεν είχε τολμήσει να πει όσο ζούσε.
Η λέξη “αλήθεια” έπεσε στο δωμάτιο σαν πέτρα.
Η Camila κούνησε το κεφάλι της βίαια.
— Όχι… όχι, δεν υπάρχει τίποτα εκεί!
Αλλά η φωνή της είχε ήδη σπάσει.
Ο αξιωματικός έκανε νόημα προς εμένα.
— Θα χρειαστεί να έρθεις μαζί μας.
Ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται.
— Εγώ…;
Έγνεψε.
— Ναι. Είναι στο όνομά σου.
Η Camila γύρισε απότομα προς εμένα.
Το βλέμμα της άλλαξε.
Δεν ήταν πια ειρωνεία.
Ήταν φόβος.
— Δεν πας πουθενά! — φώναξε.
Αλλά ήταν αργά.
Ο αξιωματικός έκανε ένα νεύμα και δύο στρατιώτες εμφανίστηκαν έξω από την πόρτα.
Το σπίτι είχε πλέον γεμίσει με σιωπηλή ένταση.
Κανείς δεν γελούσε πια.
Κανείς δεν μιλούσε.
Μόνο εγώ άκουγα την καρδιά μου.
Καθώς κατέβαινα τις σκάλες με το φόρεμα από τη στολή του πατέρα μου…
Ένιωθα ότι όλα όσα πίστευα μέχρι τώρα, ετοιμάζονταν να αλλάξουν για πάντα.
Και η Camila το ήξερε.
Απλώς δεν μπορούσε να το σταματήσει πια.

0 comments:
Post a Comment