ΜΕΡΟΣ 3: «Βρήκα Επιτέλους την Κόρη μου… Αλλά Τα Πρώτα Της Λόγια Με Διέλυσαν»
Η επιστροφή από το μοτέλ έγινε μέσα σε απόλυτη σιωπή.
Κανείς μας δεν μιλούσε.
Τα λόγια της ηλικιωμένης γυναίκας αντηχούσαν ακόμη στο μυαλό μου.
«Η Γκουέν της είπε ότι είχες φύγει με άλλη γυναίκα.»
Ένα ψέμα.
Ένα και μόνο ψέμα που είχε καταστρέψει τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες.
Μόλις μπήκαμε στο σπίτι, άπλωσα ξανά όλα τα έγγραφα πάνω στο τραπέζι.
Ο Τζάκσον πήρε το παιδικό σημείωμα της Άριας και το διάβασε άλλη μία φορά.
«Μπαμπά… έκρυψα το γράμμα της μαμάς…»
Σκούπισα αργά τα μάτια μου.
«Κουβαλούσε αυτή την ενοχή σαράντα χρόνια…»
«Δεν το ξέρουμε ακόμη», απάντησε ο Τζάκσον.
«Ένα παιδί που γράφει αυτές τις λέξεις δεν τις ξεχνά ποτέ.»
Για πρώτη φορά, κατάλαβα ότι δεν έψαχνα πια μόνο για απαντήσεις.
Έψαχνα τα παιδιά μου.
Όσο κι αν είχαν μεγαλώσει.
Όσο κι αν είχαν πάψει να με θυμούνται.
Οι επόμενες τρεις ημέρες κύλησαν σαν αιώνας.
Ο Τζάκσον έψαχνε παλιά αρχεία, σχολικά μητρώα και δημόσιες βάσεις δεδομένων.
Κάποια στιγμή σταμάτησε μπροστά στον υπολογιστή.
«Θείε… έλα.»
Πλησίασα αργά.
Στην οθόνη εμφανιζόταν μια γυναίκα περίπου πενήντα ετών.
Εργαζόταν ως σχολική σύμβουλος.
Το όνομά της ήταν διαφορετικό.
Είχε όμως το πατρικό επίθετο της Κλάρας.
Και τότε την είδα.
Τον τρόπο που κρατούσε τον αγκώνα της όταν ένιωθε άβολα.
Ακριβώς όπως έκανε η μικρή Άρια όταν ήταν παιδί.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Είναι εκείνη.»
Ο Τζάκσον δίστασε.
«Είσαι σίγουρος;»
Χαμογέλασα πικρά.
«Δεν μοιάζει μόνο με τη μητέρα της.»
«Μοιάζει με το μικρό κορίτσι που έχασα.»
Ο Τζάκσον πρότεινε να της τηλεφωνήσει ο ίδιος.
Αρνήθηκα.
Έπρεπε να το κάνω μόνος μου.
Άνοιξα τον υπολογιστή.
Έγραψα ένα μήνυμα.
Το έσβησα.
Έγραψα δεύτερο.
Το έσβησα κι αυτό.
Τελικά πληκτρολόγησα μόνο την αλήθεια.
«Άρια… δεν ξέρω τι σου είπαν όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρω μόνο ότι σε αγαπούσα την ημέρα που έφυγες και δεν πέρασε ούτε μία μέρα που να μη σε αναζητήσω. Βρήκα το σημείωμα που είχες κρύψει. Τίποτα από όσα έγιναν δεν ήταν λάθος ενός εννιάχρονου κοριτσιού. Αν δεν θέλεις να με δεις, θα το σεβαστώ. Αλλά θα περιμένω όσο χρειαστεί.»
Πάτησα αποστολή.
Και περίμενα.
Το τηλέφωνο χτύπησε το ίδιο βράδυ.
Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει.
«Εμπρός;»
Για αρκετά δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτα.
Ύστερα…
μια γυναικεία φωνή.
«Εσύ είσαι;»
Δεν μπόρεσα να μιλήσω.
«Άρια;»
Σιωπή.
Έπειτα η πρώτη της ερώτηση.
«Ήξερες πού ήμασταν;»
Έκλεισα τα μάτια.
«Όχι.»
«Τότε γιατί δεν ήρθες να μας βρεις;»
Η φωνή της έτρεμε.
«Δεν ήξερα πού να ψάξω.»
Άλλη μια μεγάλη παύση.
«Η θεία Γκουέν είπε ότι έφυγες με άλλη γυναίκα.»
«Σου είπε ψέματα.»
Άκουσα την ανάσα της να κόβεται.
Για πρώτη φορά…
αμφέβαλλε.
Τελικά είπε μόνο:
«Συνάντησέ με αύριο.»
«Πού;»
Μου έδωσε τη διεύθυνση του σχολείου όπου εργαζόταν.
«Έλα μόνος.»
«Θα είμαι εκεί.»
Το επόμενο απόγευμα έφτασα νωρίτερα.
Τα χέρια μου έτρεμαν.
Την είδα στην αίθουσα εκδηλώσεων.
Τακτοποιούσε καρέκλες που ήταν ήδη τέλεια ευθυγραμμισμένες.
Για μια στιγμή…
είδα μπροστά μου το κοριτσάκι που κυνηγούσε πεταλούδες στην αυλή.
Ύστερα γύρισε.
Τα μάτια μας συναντήθηκαν.
Κανείς δεν μιλούσε.
Τελικά είπε ψιθυριστά:
«Ήρθες.»
«Στο υποσχέθηκα.»
Έκανε ένα μικρό βήμα πίσω.
«Γιατί σταμάτησες να ψάχνεις;»
Η ερώτηση με χτύπησε σαν μαχαίρι.
Θα μπορούσα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου.
Να θυμώσω.
Να κατηγορήσω τη Γκουέν.
Αντί γι' αυτό, κάθισα απέναντί της.
«Πες μου πρώτα τι θυμάσαι εσύ.»
Η Άρια άρχισε να μιλά.
Θυμόταν τη μητέρα της να κλαίει μέσα στο μοτέλ.
Θυμόταν την Γκουέν να επιμένει ότι εγώ είχα εγκαταλείψει την οικογένειά μας.
Θυμόταν τον μικρό Σον να ρωτά συνεχώς:
«Πότε θα έρθει ο μπαμπάς;»
Ύστερα μου αποκάλυψε κάτι που έκανε το αίμα μου να παγώσει.
Το αυτοκίνητο της Κλάρας είχε παρουσιάσει σοβαρή βλάβη κοντά στη γέφυρα.
Η Γκουέν τους πήρε με το δικό της αυτοκίνητο.
Εκείνο το ίδιο βράδυ…
η Κλάρα υπέστη βαρύ εγκεφαλικό.
Έχασε μεγάλο μέρος της μνήμης της.
Δυσκολευόταν να μιλήσει.
Η Γκουέν τους μετέφερε σε άλλη πολιτεία.
Άλλαξε τα στοιχεία τους.
Έλεγχε κάθε επιστολή.
Κάθε τηλεφώνημα.
Και για χρόνια επαναλάμβανε το ίδιο ψέμα.
«Ο πατέρας σας ξέρει πού είστε. Απλώς δεν σας θέλει πια.»
Ένιωσα να λυγίζω.
Σαράντα χρόνια.
Σαράντα ολόκληρα χρόνια…
είχαν κλαπεί από μια οικογένεια.
Η Άρια με κοίταξε.
Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα.
«Όταν μεγάλωσα… θυμήθηκα ξανά το κουτί μέσα στο στρώμα.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Κατάλαβα ότι δεν είχες διαβάσει ποτέ το σημείωμα.»
Άρχισε να κλαίει.
«Ήταν δικό μου λάθος…»
Σηκώθηκα αργά.
Της έπιασα για πρώτη φορά το χέρι μετά από σαράντα χρόνια.
«Όχι.»
«Το έκρυψα εγώ.»
«Ήσουν μόνο εννέα χρονών.»
«Αυτό δεν αλλάζει ό,τι έγινε.»
Την κοίταξα στα μάτια.
«Αλλάζει ποιος ήταν υπεύθυνος.»
Έβγαλα από την τσάντα μου έναν παχύ φάκελο.
Τον άνοιξα μπροστά της.
Αστυνομικές αναφορές.
Αποκόμματα εφημερίδων.
Αποδείξεις από ιδιωτικούς ντετέκτιβ.
Επιστολές.
Αιτήσεις.
Όλα όσα είχα κάνει επί σαράντα χρόνια.
Η Άρια άρχισε να τρέμει.
«Έψαχνες… όλον αυτόν τον καιρό;»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Δεν σταμάτησα ποτέ.»
Εκείνη έκλεισε τα μάτια.
Για πρώτη φορά μετά από τέσσερις δεκαετίες…
η εικόνα του πατέρα που είχε μέσα της άρχισε να καταρρέει.
Τέλος Μέρους 3
Η Άρια έμαθε επιτέλους ότι ο πατέρας της δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Όμως ο Σον εξακολουθεί να αρνείται να τον συναντήσει, ενώ μια παλιά κασέτα που ηχογράφησε η Κλάρα λίγο πριν πεθάνει πρόκειται να αποκαλύψει τη μεγαλύτερη αλήθεια από όλες.
«ΜΕΡΟΣ 4» για να διαβάσεις την πιο συγκλονιστική αποκάλυψη της ιστορίας.

0 comments:
Post a Comment