ΜΕΡΟΣ 2: «Το Γράμμα της Κλάρας Αποκάλυψε την Αλήθεια… Και Ένας Μάρτυρας Διέλυσε Ένα Ψέμα Σαράντα Ετών!»
Έμεινα ακίνητος, κρατώντας το σημείωμα στα χέρια μου.
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Για σαράντα χρόνια ζούσα με την πεποίθηση ότι η γυναίκα μου και τα παιδιά μου είχαν πεθάνει.
Τώρα όμως, οι λίγες λέξεις που είχε γράψει η Κλάρα λίγο πριν εξαφανιστεί γκρέμιζαν όλη εκείνη την ιστορία.
«Μην εμπιστεύεσαι την Γκουέν.»
Η αδελφή της.
Η γυναίκα που έκλαιγε μαζί μου.
Η γυναίκα που με αγκάλιαζε στις κηδείες χωρίς σώματα.
Η γυναίκα που μου έλεγε ξανά και ξανά πως η Κλάρα δεν υπέφερε πια.
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
Ο Τζάκσον κάθισε δίπλα μου χωρίς να μιλά.
Τελικά έσπασε τη σιωπή.
«Η Άρια έκρυψε αυτό το κουτί…»
Έγνεψα.
«Ήταν μόνο εννέα χρονών.»
«Άρα ήξερε ότι υπήρχε.»
Άνοιξα το δεύτερο χαρτί.
Ήταν γραμμένο με μωβ κηρομπογιά.
Η παιδική γραφή της Άριας ήταν ασταθής.
«Μπαμπά… έκρυψα το γράμμα της μαμάς γιατί φοβόμουν ότι θα θυμώσεις. Συγγνώμη. Σε παρακαλώ… μη την αφήσεις να φύγει.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
Εκείνο το μικρό κορίτσι είχε κουβαλήσει ένα βάρος που κανένα παιδί δεν έπρεπε ποτέ να κουβαλήσει.
Ο Τζάκσον πήρε στα χέρια του τις φωτογραφίες.
«Ποια είναι αυτή η γυναίκα;»
«Μια συνάδελφος.»
«Η Κλάρα πίστεψε ότι υπήρχε κάτι μεταξύ σας;»
Έκλεισα τα μάτια.
«Ναι…»
Η Σάρα είχε ζητήσει βοήθεια επειδή δεχόταν άδικες κατηγορίες στη δουλειά.
Οι συναντήσεις μας ήταν απολύτως επαγγελματικές.
Όμως δεν είχα εξηγήσει ποτέ τίποτα στην Κλάρα.
Εκείνη με είχε ρωτήσει.
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να μου πεις;»
Κι εγώ...
της είχα απαντήσει μόνο:
«Δεν έχεις λόγο να ανησυχείς.»
Τότε πίστευα ότι η σιωπή ήταν έντιμη.
Τώρα καταλάβαινα πως είχε γίνει το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.
Ανάμεσα στα χαρτιά υπήρχε ακόμη ένα γράμμα.
Ήταν από την Γκουέν.
Το διάβασα προσεκτικά.
Έγραφε οδηγίες για το σπίτι της.
Αναφερόταν όμως και σε ένα μικρό μοτέλ κατά μήκος της διαδρομής.
Η Κλάρα θα σταματούσε εκεί αν ο μικρός Σον κουραζόταν.
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.
«Πρέπει να πάμε.»
Ο Τζάκσον πήρε αμέσως τα κλειδιά.
«Τώρα.»
Το παλιό μοτέλ δεν υπήρχε πια.
Στη θέση του στεκόταν μια πολυκατοικία.
Στο ισόγειο υπήρχε μόνο ένα μικρό γραφείο διαχείρισης.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα μας άνοιξε.
Της έδειξα μια παλιά φωτογραφία της Κλάρας.
Η γυναίκα πάγωσε.
«Τη θυμάμαι.»
Τα γόνατά μου λύγισαν.
«Είστε σίγουρη;»
«Βέβαιη.»
Έφερε αμέσως μια καρέκλα.
«Ο μικρός της είχε πυρετό. Προσπαθούσε συνέχεια να τηλεφωνήσει στον άντρα της.»
Ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται.
«Τηλεφωνήσει… σε μένα;»
«Ναι.»
«Δεν χτύπησε ποτέ το τηλέφωνό μου.»
Η γυναίκα συνοφρυώθηκε.
«Περίεργο.»
Της έδειξα άλλη μια φωτογραφία.
Της Γκουέν.
Μόλις την είδε, το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
«Αυτή ήρθε αργότερα.»
«Τι συνέβη;»
«Μάλωσαν πολύ έντονα.»
Έσκυψα μπροστά.
«Τι άκουσες;»
Η ηλικιωμένη γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Η γυναίκα σου έλεγε ότι ήθελε να γυρίσει σπίτι και να μιλήσει μαζί σου.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά στα αυτιά μου.
«Και η άλλη γυναίκα;»
«Της είπε ότι ήταν αργά.»
«Γιατί;»
Η γυναίκα δίστασε.
Ύστερα είπε αργά:
«Επειδή… εσύ είχες ήδη φύγει με άλλη γυναίκα.»
Το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει γύρω μου.
«Αυτό είναι ψέμα…»
Η φωνή μου μόλις ακουγόταν.
«Δεν έφυγα ποτέ.»
Η γυναίκα έγνεψε λυπημένη.
«Το κατάλαβα αργότερα.»
Ο Τζάκσον με κράτησε από τον ώμο καθώς έχανα την ισορροπία μου.
«Θείε… κάτσε.»
Όμως εγώ ήθελα μόνο μία ακόμη απάντηση.
Γύρισα προς τη γυναίκα.
«Έφυγε η Κλάρα μαζί της οικειοθελώς;»
Η ηλικιωμένη χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ναι… αλλά όταν μπήκε στο αυτοκίνητο φαινόταν ζαλισμένη… σαν να μην ήταν καλά.»
Ένιωσα έναν παγωμένο φόβο να απλώνεται μέσα μου.
Αν η Κλάρα δεν είχε πεθάνει στο ποτάμι…
Αν κάποιος την είχε πείσει ότι την είχα εγκαταλείψει…
Τότε η ζωή μου δεν είχε καταστραφεί από ένα δυστύχημα.
Είχε καταστραφεί…
από ένα τεράστιο ψέμα.
Τέλος Μέρους 2
Μια απλή επίσκεψη σε ένα ξεχασμένο μοτέλ αποκάλυψε ότι η Κλάρα δεν χάθηκε ποτέ εκείνο το βράδυ. Κάποιος την παρέσυρε μακριά, ενώ πίστευε πως ο άντρας της την είχε προδώσει. Όμως το πιο συγκλονιστικό στοιχείο δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί.
«ΜΕΡΟΣ 3» για να μάθεις πώς ο Άντριου εντόπισε την κόρη του μετά από σαράντα χρόνια...

0 comments:
Post a Comment