ΜΕΡΟΣ 2: «Νόμιζα ότι θα έβρισκα μια άλλη γυναίκα… Αντί γι’ αυτό, μπήκα σε μια αποθήκη γεμάτη κλοπιμαία. Και τότε κατάλαβα πως δεν γνώριζα καθόλου τον άντρα μου.»
Η πόρτα άνοιξε αργά.
Πήρα μια βαθιά ανάσα.
Περίμενα να ακούσω γέλια.
Να δω μια άγνωστη γυναίκα.
Να ανακαλύψω μια παράλληλη σχέση.
Όμως το θέαμα που αντίκρισα με έκανε να παγώσω.
Το σαλόνι δεν έμοιαζε πια με το εξοχικό μας.
Είχε μετατραπεί σε κάτι που θύμιζε αποθήκη.
Παντού υπήρχαν κούτες.
Σωροί από χαρτοκιβώτια.
Πλαστικά καλύμματα.
Και δεκάδες ηλεκτρονικές συσκευές.
Ολοκαίνουργιες τηλεοράσεις.
Φορητοί υπολογιστές.
Tablet.
Ακριβές φωτογραφικές μηχανές.
Κουτιά με εργαλεία που δεν είχαν καν ανοιχτεί.
Έμεινα ακίνητη.
Δεν μπορούσα να επεξεργαστώ αυτό που έβλεπα.
Προχώρησα λίγα βήματα.
Στην τραπεζαρία υπήρχαν μαύρες τσάντες.
Άνοιξα διστακτικά μία.
Μέσα υπήρχαν δεκάδες ρολόγια.
Χρυσές αλυσίδες.
Δαχτυλίδια.
Σκουλαρίκια.
Όλα ανακατεμένα.
Σαν κάποιος να τα είχε πετάξει βιαστικά μέσα.
Ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι.
Άνοιξα άλλη μία.
Το ίδιο.
Κοσμήματα.
Τιμαλφή.
Πράγματα που σίγουρα δεν ανήκαν σε εμάς.
Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν δεσμίδες με χαρτονομίσματα.
Τόσα πολλά χρήματα που για μια στιγμή νόμιζα πως δεν ήταν αληθινά.
Άπλωσα το χέρι μου.
Τα άγγιξα.
Ήταν αληθινά.
Η ανάσα μου κόπηκε.
Το μυαλό μου προσπαθούσε να βρει μια λογική εξήγηση.
Μήπως είχε ξεκινήσει κάποια επιχείρηση;
Μήπως φύλαγε πράγματα για κάποιον φίλο;
Μήπως υπήρχε κάτι που αγνοούσα;
Αλλά όσο περισσότερο κοιτούσα γύρω μου…
Τόσο περισσότερο καταλάβαινα πως τίποτα από αυτά δεν έβγαζε νόημα.
Δεν ήταν αποθήκη.
Ήταν κρυψώνα.
Δεν άγγιξα τίποτα άλλο.
Δεν έψαξα περισσότερο.
Βγήκα αργά από το σπίτι.
Μπήκα στο αυτοκίνητό μου.
Και περίμενα.
Δεν ήθελα να του τηλεφωνήσω.
Δεν ήθελα να τον προειδοποιήσω.
Ήθελα να τον ακούσω να προσπαθεί να εξηγήσει αυτό που είχα μόλις δει.
Το βράδυ, όταν γύρισε σπίτι, μπήκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Με φίλησε στο μάγουλο.
Άφησε τα κλειδιά του στο τραπέζι.
«Πώς πέρασε η μέρα σου;»
ρώτησε χαμογελώντας.
Τον κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα.
Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που παντρεύτηκα.
Το ίδιο πρόσωπο.
Η ίδια φωνή.
Κι όμως…
Ένιωθα πως απέναντί μου στεκόταν ένας άγνωστος.
«Πήγα στο εξοχικό.»
είπα ήρεμα.
Το χαμόγελό του έσβησε αμέσως.
«Τι;»
«Είδα τα πάντα.»
Σιωπή.
Στην αρχή γέλασε νευρικά.
«Δεν ξέρω τι νομίζεις ότι είδες.»
είπε.
«Είναι προσωρινά πράγματα.»
«Δεν θα τα καταλάβεις.»
Δεν απάντησα.
Απλώς τον κοιτούσα.
Τότε κατάλαβε πως δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει.
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Έκατσε στον καναπέ.
Έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια…
Έμοιαζε πραγματικά φοβισμένος.
«Υπάρχει κάτι που δεν σου είπα ποτέ.»
ψιθύρισε.
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.
«Πριν από σχεδόν δύο χρόνια…»
σταμάτησε για λίγο.
«…με απέλυσαν.»
Τον κοίταζα χωρίς να μιλάω.
«Δεν ήθελα να το μάθεις.»
συνέχισε.
«Ντρεπόμουν.»
«Έψαχνα δουλειά κάθε μέρα.»
«Δεν έβρισκα τίποτα.»
«Μετά άρχισα να παίρνω δάνεια.»
«Και όταν τελείωσαν τα χρήματα…»
Η φωνή του έσπασε.
Έκλεισα τα μάτια.
Δεν ήθελα να ακούσω τη συνέχεια.
Αλλά την άκουσα.
«Έκανα κάτι τρομερό.»
Το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή.
Κι εκείνος, με μάτια γεμάτα φόβο, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε τη φράση που γκρέμισε οριστικά τον κόσμο μου.
«Τα τελευταία δύο χρόνια… έκανα διαρρήξεις σε σπίτια.»
Η καρδιά μου σταμάτησε.
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Κι όμως… αυτά που αποκάλυψε αμέσως μετά ήταν ακόμη πιο σοκαριστικά.
👉 Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment