PART 3: «"Εγώ τα έκλεψα όλα…" Η ομολογία του άντρα μου με πάγωσε. Αλλά μία λεπτομέρεια έκανε τον εφιάλτη ακόμη πιο τρομακτικό.»
Έμεινα ακίνητη.
Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα πως δεν είχα ακούσει σωστά.
«Τι είπες;»
ρώτησα σχεδόν ψιθυριστά.
Ο Μαρκ δεν σήκωσε το βλέμμα.
«Έκανα διαρρήξεις.»
Η φωνή του έτρεμε.
«Σε άδεια σπίτια.»
Ένιωσα το δωμάτιο να γυρίζει γύρω μου.
«Όχι...»
είπα.
«Λες ψέματα.»
Κούνησε αργά το κεφάλι.
«Μακάρι να ήταν ψέμα.»
Άρχισε να μου τα εξηγεί όλα.
Μετά την απόλυσή του έψαχνε καθημερινά για δουλειά.
Οι μήνες περνούσαν.
Οι λογαριασμοί μεγάλωναν.
Τα δάνεια συσσωρεύονταν.
Κάποια στιγμή δεν μπορούσε πια να πληρώσει ούτε τις δόσεις.
«Πανικοβλήθηκα.»
είπε.
«Δεν άντεχα να σου πω ότι αποτύχα.»
«Δεν ήθελα να με δεις έτσι.»
Στην αρχή, όπως ισχυρίστηκε, σκέφτηκε να πουλήσει ό,τι πολύτιμο είχαμε.
Ύστερα να δανειστεί ξανά.
Αλλά τίποτα δεν ήταν αρκετό.
Και τότε...
Πήρε μια απόφαση που άλλαξε τα πάντα.
«Παρακολουθούσα σπίτια.»
ψιθύρισε.
«Έβλεπα ποιοι έλειπαν για διακοπές.»
«Περίμενα να σβήσουν τα φώτα.»
«Έμπαινα μόνο όταν ήμουν βέβαιος πως δεν υπήρχε κανείς μέσα.»
Έκλεισα τα μάτια.
Κάθε του λέξη ήταν σαν μαχαίρι.
«Έκλεβα μόνο αντικείμενα.»
συνέχισε.
«Ποτέ δεν πείραξα άνθρωπο.»
Τον κοίταξα με δυσπιστία.
«Πιστεύεις ότι αυτό κάνει διαφορά;»
Δεν απάντησε.
«Μερικά πράγματα τα πουλούσα αμέσως.»
«Τα υπόλοιπα...»
Σήκωσε διστακτικά το βλέμμα.
«Τα έκρυβα στο εξοχικό.»
Το ίδιο σπίτι όπου πίναμε καφέ τα πρωινά.
Το ίδιο σπίτι όπου κάναμε όνειρα για τα γεράματά μας.
Είχε γίνει αποθήκη κλοπιμαίων.
Η σκέψη και μόνο με έκανε να ανατριχιάσω.
«Γιατί δεν μου το είπες;»
ρώτησα.
Η απάντησή του ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Γιατί ήξερα ότι θα έφευγες.»
Δεν ήξερα τι να πω.
Ίσως να είχε δίκιο.
Ίσως να είχα φύγει από την πρώτη στιγμή.
Γιατί ο άνθρωπος που είχα απέναντί μου δεν ήταν ο άντρας που παντρεύτηκα.
Ή μήπως ήταν πάντα αυτός και εγώ δεν το είχα δει ποτέ;
Σηκώθηκα αργά από την καρέκλα.
Περπάτησα μέχρι το παράθυρο.
Η σιωπή ανάμεσά μας ήταν αποπνικτική.
Πίσω μου τον άκουγα να κλαίει.
«Δεν ήθελα να γίνω έτσι.»
είπε.
«Κάθε φορά που έφευγα για μια διάρρηξη πίστευα ότι θα ήταν η τελευταία.»
«Αλλά μετά ερχόταν ο επόμενος λογαριασμός.»
«Και ο επόμενος.»
«Και ο επόμενος.»
Γύρισα προς το μέρος του.
«Και πόσες φορές το είπες αυτό στον εαυτό σου;»
Δεν απάντησε.
Η σιωπή του ήταν αρκετή.
Τότε συνειδητοποίησα κάτι που με τρόμαξε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Δεν ήξερα πόσα σπίτια είχαν διαρρηχθεί.
Δεν ήξερα πόσοι άνθρωποι είχαν χάσει τα υπάρχοντά τους.
Δεν ήξερα αν η αστυνομία τον αναζητούσε ήδη.
Και το χειρότερο...
Δεν ήξερα αν, μένοντας δίπλα του, κινδύνευα κι εγώ να θεωρηθώ συνεργός.
Έκανα ένα βήμα πίσω.
Εκείνος με κοίταξε έντρομος.
«Σε παρακαλώ...»
ψιθύρισε.
«Μη με εγκαταλείψεις.»
Τον κοίταξα με μάτια γεμάτα δάκρυα.
«Δεν ξέρω ποιος είσαι πια.»
Αυτή ήταν η αλήθεια.
Ο άνθρωπος που αγαπούσα είχε εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό.
Και στη θέση του στεκόταν ένας άγνωστος που είχε χτίσει μια ολόκληρη ζωή πάνω στα ψέματα.
Εκείνη τη νύχτα δεν πήρα καμία απόφαση.
Αλλά το επόμενο πρωί...
Θα έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στον άνθρωπο που κάποτε αγαπούσα και στη συνείδησή μου.
👉 Συνεχίζεται στο ΤΕΛΙΚΟ ΜΕΡΟΣ…

0 comments:
Post a Comment