Η μέρα είχε μόλις ξημερώσει στην Ξάνθη.
Οι δρόμοι ήταν ακόμη ήσυχοι, όμως ένα μικρό κορίτσι στεκόταν ήδη στην αυλή του σπιτιού του, κοιτάζοντας ψηλά.
Κάθε φορά που ένα αεροπλάνο περνούσε πάνω από την πόλη, σταματούσε ό,τι έκανε.
Σήκωνε το κεφάλι.
Έκλεινε τα μάτια.
Και χαμογελούσε.
«Μια μέρα... θα είμαι εκεί πάνω», ψιθύριζε.
Το όνομά της ήταν Φωτεινή Αποστολίδου.
Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό το μικρό κορίτσι θα έγραφε ιστορία.
Οι γονείς της τη μεγάλωσαν με αξίες, δουλειά και αξιοπρέπεια.
Δεν είχαν πλούτη.
Δεν είχαν γνωριμίες.
Μόνο πίστη ότι η προσπάθεια πάντα ανταμείβεται.
Η Φωτεινή ήταν διαφορετική από τα άλλα παιδιά.
Ενώ οι φίλες της έπαιζαν με κούκλες, εκείνη έφτιαχνε χάρτινα αεροπλάνα.
Τα πετούσε ξανά και ξανά, μέχρι να μάθει γιατί κάποια πετούσαν πιο μακριά από άλλα.
Στο σχολείο αγαπούσε τα μαθηματικά και τη φυσική.
Οι καθηγητές της έλεγαν πως είχε μυαλό που δεν σταματούσε ποτέ να ψάχνει απαντήσεις.
Όμως δεν ήταν όλοι ενθαρρυντικοί.
«Είναι πολύ δύσκολο.»
«Η Πολεμική Αεροπορία δεν είναι για γυναίκες.»
«Βρες μια πιο ασφαλή δουλειά.»
«Μη βάζεις τόσο μεγάλα όνειρα.»
Άκουγε αυτές τις κουβέντες ξανά και ξανά.
Στην αρχή πονούσαν.
Ύστερα έγιναν καύσιμο.
Δεν απαντούσε ποτέ.
Γύριζε σπίτι.
Άνοιγε τα βιβλία της.
Και διάβαζε μέχρι αργά τη νύχτα.
Υπήρχαν ημέρες που οι φίλοι της διασκέδαζαν και εκείνη έλυνε ασκήσεις.
Καλοκαίρια που οι άλλοι πήγαιναν διακοπές και εκείνη προετοιμαζόταν για τις εξετάσεις.
Δεν παραπονέθηκε ποτέ.
Γιατί ήξερε πως κάθε όνειρο έχει τίμημα.
Όταν ανακοίνωσε πως θα προσπαθούσε να μπει στη Σχολή Ικάρων, αρκετοί χαμογέλασαν ειρωνικά.
«Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι;»
«Ελάχιστοι τα καταφέρνουν.»
«Και ακόμα λιγότερες γυναίκες.»
Η Φωτεινή χαμογέλασε.
«Αυτό σημαίνει μόνο ότι πρέπει να δουλέψω περισσότερο.»
Εκείνη η φράση έμεινε χαραγμένη σε όσους την άκουσαν.
Οι μήνες περνούσαν.
Οι εξετάσεις πλησίαζαν.
Η πίεση μεγάλωνε.
Υπήρχαν στιγμές που η εξάντληση ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αποκοιμιόταν πάνω στα βιβλία.
Η μητέρα της τη σκέπαζε αθόρυβα με μια κουβέρτα.
Ο πατέρας της μάζευε τα βιβλία από το τραπέζι για να μη χαλάσουν.
Κανείς δεν της είπε ποτέ να τα παρατήσει.
Ήταν δίπλα της.
Σιωπηλά.
Όπως μόνο μια οικογένεια μπορεί.
Και ύστερα...
Ήρθε εκείνο το πρωινό.
Το πρωινό που θα καθόριζε όλη της τη ζωή.
Τα αποτελέσματα είχαν ανακοινωθεί.
Τα χέρια της έτρεμαν καθώς πλησίαζε τον πίνακα.
Γύρω της δεκάδες νέοι έψαχναν αγωνιωδώς τα ονόματά τους.
Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που δεν άκουγε τίποτα άλλο.
Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια.
Πήρε βαθιά ανάσα.
Και όταν τα άνοιξε…
Είδε το όνομά της.
«Φωτεινή Αποστολίδου – Επιτυχούσα στη Σχολή Ικάρων.»
Έμεινε ακίνητη.
Δεν μίλησε.
Δεν φώναξε.
Τα μάτια της μόνο γέμισαν δάκρυα.
Έτρεξε στην αγκαλιά της μητέρας της.
«Τα κατάφερα...»
Η μητέρα της δεν είπε τίποτα.
Την κράτησε μόνο σφιχτά.
Γιατί ήξερε πόσες νύχτες, πόσες θυσίες και πόσα όνειρα κρύβονταν πίσω από εκείνη τη μία λέξη.
Όμως η αλήθεια ήταν πως...
Η πιο δύσκολη μάχη δεν είχε καν αρχίσει.
Η Σχολή Ικάρων δεν συγχωρούσε λάθη.
Και εκεί, η Φωτεινή θα έπρεπε να αποδείξει όχι μόνο ότι άξιζε να βρίσκεται ανάμεσα στους καλύτερους...
αλλά και ότι μπορούσε να πετάξει εκεί όπου πολλοί πίστευαν πως μια γυναίκα δεν θα έφτανε ποτέ.
(Συνεχίζεται στο Μέρος 2...)

0 comments:
Post a Comment