Η πρώτη ημέρα στη Σχολή Ικάρων δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχε φανταστεί.
Το όνειρο είχε μόλις ξεκινήσει...
αλλά μαζί του ξεκίνησε και η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής της.
Η πειθαρχία ήταν απόλυτη.
Το ξυπνητήρι χτυπούσε πριν ακόμη χαράξει.
Οι εκπαιδεύσεις διαδέχονταν η μία την άλλη.
Ατελείωτο τρέξιμο.
Στρατιωτικές ασκήσεις.
Μαθήματα υψηλών απαιτήσεων.
Εξετάσεις που δεν συγχωρούσαν ούτε το παραμικρό λάθος.
Υπήρχαν ημέρες που το σώμα της δεν άντεχε άλλο.
Τα πόδια της έτρεμαν.
Τα χέρια της πονούσαν.
Τα βλέφαρά της έκλειναν από την εξάντληση.
Όμως κάθε φορά που ένιωθε έτοιμη να λυγίσει...
θυμόταν εκείνο το μικρό κορίτσι στην αυλή της Ξάνθης που κοίταζε τον ουρανό.
Και συνέχιζε.
Δεν έλειψαν ούτε οι δύσκολες κουβέντες.
Κάποιοι πίστευαν ακόμη ότι μια γυναίκα δύσκολα θα άντεχε την πίεση της στρατιωτικής αεροπορίας.
«Είσαι σίγουρη ότι διάλεξες το σωστό επάγγελμα;»
«Οι πτήσεις δεν είναι για όλους.»
«Θα χρειαστεί να αποδείξεις πολλά περισσότερα.»
Η Φωτεινή δεν απαντούσε.
Δεν προσπαθούσε να κερδίσει κανέναν με λόγια.
Άφηνε τις πράξεις να μιλούν.
Σε κάθε δοκιμασία έδινε το εκατό τοις εκατό.
Σε κάθε εξέταση έμπαινε πιο προετοιμασμένη από την προηγούμενη.
Οι εκπαιδευτές άρχισαν να παρατηρούν κάτι διαφορετικό.
Δεν ήταν μόνο οι επιδόσεις της.
Ήταν η επιμονή της.
Όταν όλοι είχαν κουραστεί, εκείνη συνέχιζε.
Όταν κάποια άσκηση αποτύγχανε, ζητούσε να την επαναλάβει.
Δεν φοβόταν την αποτυχία.
Φοβόταν μόνο να μην προσπαθήσει αρκετά.
Και ύστερα ήρθε η μέρα που περίμενε από παιδί.
Η πρώτη της εκπαιδευτική πτήση.
Φόρεσε τη στολή της.
Έσφιξε το κράνος στα χέρια της.
Κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα το αεροσκάφος.
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι περνούσε από το μυαλό της.
Δεν έβλεπε απλώς ένα αεροπλάνο.
Έβλεπε όλα τα χρόνια που πάλεψε για να φτάσει μέχρι εκεί.
Τους γονείς της.
Τις ατελείωτες ώρες διαβάσματος.
Τις στιγμές που αμφισβήτησε τον εαυτό της.
Τους ανθρώπους που της είπαν ότι δεν γίνεται.
Μπήκε στο πιλοτήριο.
Έδεσε τη ζώνη.
Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως ακουγόταν μέσα από το κράνος.
Ο εκπαιδευτής γύρισε και τη ρώτησε ήρεμα:
«Έτοιμη;»
Η Φωτεινή χαμογέλασε.
«Έτοιμη από τότε που ήμουν παιδί.»
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα...
οι κινητήρες άρχισαν να βρυχώνται.
Το αεροσκάφος επιτάχυνε.
Οι ρόδες άφησαν το έδαφος.
Και για πρώτη φορά στη ζωή της...
η Φωτεινή πετούσε.
Εκείνη τη στιγμή όλα σώπασαν.
Δεν υπήρχε φόβος.
Δεν υπήρχαν αμφιβολίες.
Μόνο ουρανός.
Μόνο ελευθερία.
Μόνο το όνειρο που είχε γίνει πραγματικότητα.
Όταν το αεροσκάφος προσγειώθηκε, ο εκπαιδευτής έβγαλε το κράνος του και την κοίταξε χαμογελώντας.
«Θυμήσου αυτή τη μέρα», της είπε.
«Δεν γεννιούνται όλοι για να πετούν... αλλά εσύ απέδειξες ότι ανήκεις εδώ.»
Η Φωτεινή δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
Όχι από συγκίνηση μόνο.
Αλλά γιατί κατάλαβε πως κάθε δυσκολία που είχε περάσει άξιζε εκείνη τη μία στιγμή.
Δεν γνώριζε όμως ότι η μεγαλύτερη συγκίνηση της ζωής της...
την περίμενε λίγους μήνες αργότερα, στην ημέρα της ορκωμοσίας.
Μια στιγμή που δεν θα άλλαζε μόνο τη δική της ζωή...
αλλά θα έγραφε ιστορία για ολόκληρη τη Θράκη.
(Συνεχίζεται στο Μέρος 3...)

0 comments:
Post a Comment