ΜΕΡΟΣ 4: Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΗΞΕΡΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα την ίδια φωτογραφία.
Η μητέρα μου.
Ο Ρίτσαρντ Μπλέικ.
Και εκείνο το μικρό κορίτσι.
Ένα παιδί που ίσως να ήταν συγγενής μου.
Ίσως όχι.
Αλλά υπήρχε κάτι χειρότερο από το να μην ξέρω.
Ήταν το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήξερε πως υπήρχε κάτι που δεν γνώριζα.
Και είχε πεθάνει χωρίς να μου το πει.
Το επόμενο πρωί, ο κύριος Λιούις με περίμενε έξω από το αυτοκίνητό του.
«Είσαι έτοιμη;»
«Όχι.»
«Θες να περιμένουμε;»
«Όχι.»
Μπήκα στο αυτοκίνητο.
Η διεύθυνση του Ρίτσαρντ βρισκόταν σχεδόν δύο ώρες μακριά, σε μια ήσυχη περιοχή γεμάτη μεγάλα σπίτια και παλιές βελανιδιές.
Όσο πλησιάζαμε, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Πώς τον γνώριζε ο μπαμπάς;» ρώτησα.
«Από το πανεπιστήμιο.»
«Ήταν καθηγητής του;»
«Ναι.»
«Και γνώριζε τη μητέρα μου;»
«Ναι.»
«Πριν φύγει;»
Ο κύριος Λιούις έσφιξε τα χέρια του στο τιμόνι.
«Πριν φύγει.»
Δεν ρώτησα τίποτα άλλο.
Όταν φτάσαμε, ο Ρίτσαρντ ήταν ήδη στην αυλή.
Ήταν πολύ μεγαλύτερος από όσο τον φανταζόμουν.
Γκρίζα μαλλιά.
Μπαστούνι.
Ένα πρόσωπο γεμάτο βαθιές γραμμές.
Αλλά τα μάτια του...
Τα μάτια του ήταν ίδια με εκείνα της φωτογραφίας.
Μόλις με είδε, σταμάτησε.
«Εσύ είσαι η Σιμόν.»
Δεν ήταν ερώτηση.
«Ναι.»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
«Ο Τόμας πέθανε.»
Ο τρόπος που είπε το όνομα του πατέρα μου με έκανε να ανατριχιάσω.
«Ήσουν εκεί όταν έφυγε;»
Ο Ρίτσαρντ χαμήλωσε το βλέμμα.
«Όχι.»
«Τότε πώς ξέρεις;»
«Επειδή με πήρε τηλέφωνο δύο εβδομάδες πριν πεθάνει.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Γιατί;»
Ο Ρίτσαρντ κοίταξε τον κύριο Λιούις.
«Δεν σου είπε;»
«Τι;»
«Ότι ήθελε να σε φέρω εδώ.»
Έμεινα ακίνητη.
«Ο μπαμπάς ήθελε να έρθω εδώ;»
Ο Ρίτσαρντ έγνεψε.
«Μου είπε ότι, αν ερχόσουν, έπρεπε να σου πω τα πάντα.»
«Τότε πες τα.»
Έκανε στην άκρη.
«Μπες μέσα.»
Το σπίτι του ήταν γεμάτο βιβλία.
Στους τοίχους υπήρχαν παλιές φωτογραφίες.
Και τότε το είδα.
Μια φωτογραφία της μητέρας μου.
Ήταν πολύ νεότερη.
Κρατούσε ένα βιβλίο στο στήθος της και γελούσε.
«Αυτή τραβήχτηκε στο πανεπιστήμιο», είπε.
«Ήσασταν μαζί;»
«Όχι όπως νομίζεις.»
«Τότε πώς;»
Κάθισε βαριά στην πολυθρόνα.
«Η μητέρα σου ήρθε στο πανεπιστήμιο με ένα όνειρο. Ήθελε να σπουδάσει, να γίνει ανεξάρτητη και να φύγει από τη ζωή που είχε γνωρίσει μέχρι τότε.»
«Και ο μπαμπάς;»
«Τον αγαπούσε.»
Αυτό δεν περίμενα να το ακούσω.
«Τότε γιατί έφυγε;»
Ο Ρίτσαρντ σήκωσε το βλέμμα.
«Επειδή φοβήθηκε.»
«Όλοι λένε ότι φοβήθηκε.»
«Αυτή τη φορά δεν μιλάω για φόβο απέναντι στον γάμο.»
Έσκυψε μπροστά.
«Η μητέρα σου είχε χρέη. Πολλά περισσότερα απ' όσα γνώριζε ο πατέρας σου.»
«Χρέη;»
«Κάποιος την πίεζε να τα ξεπληρώσει.»
«Ποιος;»
Ο Ρίτσαρντ δεν απάντησε αμέσως.
Έπειτα είπε:
«Ο πρώτος της σύζυγος.»
Πάγωσα.
«Ο πατέρας μου;»
«Όχι.»
Η φωνή του έγινε χαμηλή.
«Πριν από τον πατέρα σου, υπήρχε ένας άλλος άντρας.»
Ένιωσα σαν να μου τραβούσαν το έδαφος κάτω από τα πόδια.
«Η μητέρα μου ήταν παντρεμένη πριν γνωρίσει τον μπαμπά;»
«Όχι επίσημα.»
«Τότε τι ήταν;»
«Μια σχέση που τελείωσε άσχημα.»
Ο κύριος Λιούις σηκώθηκε.
«Σιμόν, πρέπει να ακούσεις μέχρι το τέλος.»
Δεν τον κοίταξα.
«Συνέχισε.»
Ο Ρίτσαρντ πήγε σε ένα παλιό ντουλάπι.
Έβγαλε έναν φάκελο.
«Αυτό μου το έδωσε η μητέρα σου.»
Το άνοιξε.
Μέσα υπήρχε ένα γράμμα.
Η γραφή ήταν δική της.
Αλλά η ημερομηνία ήταν από την εβδομάδα πριν εξαφανιστεί.
Ρίτσαρντ,
αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι δεν μπόρεσα να το πω στον Τόμας.
Δεν μπορώ να μείνω άλλο.
Σταμάτησα.
«Τι εννοεί;»
Ο Ρίτσαρντ με κοίταξε.
«Διάβασέ το.»
Συνέχισα.
Υπάρχουν άνθρωποι που με ψάχνουν. Δεν θέλω να πλησιάσουν τη Σιμόν.
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
Ο Τόμας θα προσπαθήσει να με σώσει. Ξέρω ότι θα το κάνει. Γι' αυτό πρέπει να φύγω πριν τον καταστρέψω κι εκείνον.
Ένιωσα δάκρυα στα μάτια μου.
Δεν μπορώ να πάρω τη Σιμόν μαζί μου. Αν την πάρω, θα τη βάλω σε κίνδυνο. Αν μείνω, θα τη βάλω σε κίνδυνο.
Το γράμμα τελείωνε με μία μόνο πρόταση.
Πες στον Τόμας ότι τον αγάπησα περισσότερο απ' όσο θα μάθει ποτέ.
Άφησα το χαρτί στο τραπέζι.
«Γιατί δεν του το έδωσες;»
Ο Ρίτσαρντ έκλεισε τα μάτια.
«Προσπάθησα.»
«Πότε;»
«Την ημέρα που έφυγε.»
«Την είδες;»
Έγνεψε.
«Ήρθε εδώ το πρωί.»
«Και μετά;»
«Μου ζήτησε να κρατήσω το γράμμα.»
«Γιατί;»
«Επειδή φοβόταν ότι ο Τόμας θα την ακολουθούσε.»
Έμεινα σιωπηλή.
Τότε θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου.
Περίμενε άλλη μια εβδομάδα.
Τα είχε γράψει στα πέμπτα γενέθλιά μου.
Όχι επειδή περίμενε τη μητέρα μου να τηλεφωνήσει.
Αλλά επειδή ίσως περίμενε εκείνη να επιστρέψει.
«Ο μπαμπάς την περίμενε», ψιθύρισα.
«Για χρόνια.»
«Και εσύ ήξερες;»
«Ήξερα ότι ήταν ζωντανή.»
Σήκωσα απότομα το κεφάλι.
«Τι;»
«Ήξερα ότι ήταν ζωντανή για πολλά χρόνια.»
Η φωνή μου έσπασε.
«Τότε γιατί δεν του το είπες;»
Ο Ρίτσαρντ κοίταξε τα χέρια του.
«Επειδή μου ζήτησε να μην το κάνω.»
«Ο μπαμπάς;»
«Ναι.»
«Γιατί;»
«Επειδή κάποια στιγμή κατάλαβε ότι η μητέρα σου είχε επιλέξει να μείνει μακριά.»
Αυτό πονούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Ο πατέρας μου δεν ήταν ανίκανος να τη βρει.
Είχε επιλέξει να μη με κυνηγήσει την αλήθεια.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.
«Πότε σταμάτησε να την ψάχνει;»
Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε θλιμμένα.
«Δεν σταμάτησε ποτέ.»
Έβγαλε μια δεύτερη φωτογραφία.
Ήταν πρόσφατη.
Η μητέρα μου.
Ο ίδιος άντρας.
Και ένα σπίτι.
«Αυτή τραβήχτηκε πριν από επτά μήνες.»
«Τη γνώριζες ακόμα;»
«Ναι.»
«Και ο μπαμπάς;»
«Τη γνώριζε κι εκείνος.»
Η ανάσα μου κόπηκε.
«Τι;»
Ο Ρίτσαρντ έσκυψε μπροστά.
«Ο πατέρας σου την είδε πριν πεθάνει.»
Σηκώθηκα από την καρέκλα.
«Αυτό είναι αδύνατο.»
«Πήγε να τη βρει.»
«Πότε;»
«Πριν από περίπου έναν χρόνο.»
Το μυαλό μου γέμισε εικόνες.
Οι τελευταίοι μήνες του μπαμπά.
Οι ξαφνικές του απουσίες.
Τα τηλεφωνήματα που έκλεινε όταν έμπαινα στο δωμάτιο.
Τα Σαββατοκύριακα που έλεγε ότι είχε δουλειές.
«Γιατί δεν μου είπε τίποτα;»
Ο Ρίτσαρντ με κοίταξε.
«Επειδή η μητέρα σου του ζήτησε κάτι.»
«Τι;»
«Να μη σου πει ότι την είχε βρει.»
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν.
«Και εκείνος συμφώνησε;»
«Ναι.»
«Γιατί;»
Ο Ρίτσαρντ έδειξε το γράμμα.
«Για τον ίδιο λόγο που έκανε τα πάντα στη ζωή του.»
«Για μένα;»
«Για σένα.»
Έκλεισα τα μάτια.
Δεν ήξερα αν ήθελα να αγκαλιάσω τον πατέρα μου ή να φωνάξω πάνω από τον τάφο του.
Τότε ο Ρίτσαρντ είπε κάτι που με έκανε να ανοίξω ξανά τα μάτια.
«Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα που δεν ξέρεις.»
«Τι;»
«Η μητέρα σου δεν ζήτησε μόνο να μη μάθεις ότι ήταν ζωντανή.»
«Τι άλλο ζήτησε;»
Ο Ρίτσαρντ σηκώθηκε αργά.
Πήγε σε ένα συρτάρι και έβγαλε έναν μικρό φάκελο.
Μου τον έδωσε.
«Αυτό έφτασε σε μένα πριν από τρεις μήνες.»
Κοίταξα το όνομα.
Ήταν γραμμένο με τη γραφή της μητέρας μου.
Για τη Σιμόν.
Δεν μπορούσα να το ανοίξω.
«Τι περιέχει;»
Ο Ρίτσαρντ με κοίταξε με βλέμμα γεμάτο λύπη.
«Την αλήθεια για το γιατί έφυγε εκείνη την Τρίτη.»
Άνοιξα αργά τον φάκελο.
Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία.
Όχι της μητέρας μου.
Όχι του Ρίτσαρντ.
Ήταν μια φωτογραφία του πατέρα μου.
Πολύ νέου.
Κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά του.
Και πίσω από τη φωτογραφία υπήρχε μία ημερομηνία.
Η ημερομηνία της γέννησής μου.
Από κάτω υπήρχαν έξι λέξεις.
«Τώρα πρέπει να σου πω ποια είμαι.»
Σήκωσα το βλέμμα.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Ο Ρίτσαρντ δεν απάντησε.
Απλώς κοίταξε τη φωτογραφία.
Και τότε κατάλαβα ότι η μεγαλύτερη αποκάλυψη δεν αφορούσε το γιατί έφυγε η μητέρα μου.
Αφορούσε το ποια ήταν πριν γίνει η μητέρα μου.
Και ο πατέρας μου είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του προστατεύοντάς με από αυτή την αλήθεια.
Μια αλήθεια που τώρα δεν μπορούσε κανείς να μου κρύψει...

0 comments:
Post a Comment