ΜΕΡΟΣ 2
Μια εβδομάδα αργότερα, η Γκλόρια κι εγώ παντρευτήκαμε μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου.
Δεν υπήρχαν πολυτέλειες. Δεν υπήρχαν λουλούδια αξίας χιλιάδων ευρώ, ούτε ορχήστρες, ούτε φωτογράφοι. Μόνο ένας ηλικιωμένος ιερέας, δύο νοσοκόμες ως μάρτυρες, η Σάρα που στεκόταν δίπλα μου με δάκρυα στα μάτια και η Γκλόρια, ντυμένη με μια απλή ροζ ζακέτα που φορούσε πάντα όταν ήθελε να νιώθει όμορφη.
Το χαμόγελό της εκείνη τη μέρα ήταν πιο φωτεινό από κάθε νυφικό που είχα δει ποτέ.
Ο ιερέας μας κοίταξε συγκινημένος.
— «Είστε βέβαιοι και οι δύο;»
Η Γκλόρια έσφιξε το χέρι μου.
— «Πιο βέβαιη από ποτέ.»
Την κοίταξα.
Δεν υπήρχε ίχνος φόβου στα μάτια της.
Μόνο γαλήνη.
— «Κι εγώ.»
Δεν ανταλλάξαμε ακριβά δαχτυλίδια.
Μόνο δύο απλές βέρες που είχε φέρει ο κύριος Τσάρλεστον.
Όταν ο ιερέας είπε:
— «Μπορείτε να φιλήσετε τη νύφη.»
Έσκυψα και φίλησα απαλά το μέτωπό της.
Η Γκλόρια γέλασε.
— «Είσαι τόσο ευγενικός όσο νόμιζα.»
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ένιωσα ότι κάποιος με κοιτούσε όχι για όσα είχα... αλλά για αυτό που ήμουν.
Οι επόμενες τρεις μέρες κύλησαν ήρεμα.
Καθόμουν δίπλα της σχεδόν όλη μέρα.
Διαβάζαμε βιβλία.
Πίναμε λίγο τσάι.
Ακούγαμε παλιά τραγούδια στο ραδιόφωνο.
Κάποια στιγμή μου είπε χαμογελώντας:
— «Ξέρεις ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος των ανθρώπων;»
— «Ποιο;»
— «Περιμένουν πάντα την κατάλληλη στιγμή για να αγαπήσουν κάποιον.»
Έμεινα σιωπηλός.
Εκείνη συνέχισε.
— «Η κατάλληλη στιγμή δεν έρχεται ποτέ. Ή αγαπάς... ή περνάει η ζωή.»
Το τελευταίο βράδυ, κρατούσα το χέρι της.
Η αναπνοή της είχε γίνει αργή.
Άνοιξε τα μάτια της μόνο μία φορά.
— «Ντάνιελ...»
— «Είμαι εδώ.»
— «Μη φοβηθείς όταν ανοίξεις την τσάντα...»
Την κοίταξα απορημένος.
— «Τι υπάρχει μέσα;»
Χαμογέλασε αχνά.
— «Η αλήθεια...»
Ήθελα να ρωτήσω περισσότερα.
Αλλά αποκοιμήθηκε.
Δεν ξύπνησε ποτέ ξανά.
Τρεις μέρες αργότερα έγινε η κηδεία.
Έβρεχε από το πρωί.
Οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι ήταν εργαζόμενοι του γηροκομείου.
Κανείς από την οικογένειά της.
Κανείς...
Μέχρι που εμφανίστηκε ένας άντρας με γκρι κοστούμι.
Ήταν γύρω στα πενήντα.
Βάδιζε σαν να του ανήκε ολόκληρο το νεκροταφείο.
Δεν είχε δάκρυα.
Δεν κρατούσε λουλούδια.
Κρατούσε μόνο έναν χαρτοφύλακα.
Στάθηκε μπροστά στον τάφο και είπε δυνατά:
— «Πού είναι ο άντρας της;»
Όλοι γύρισαν προς το μέρος μου.
Πλησίασα.
— «Εγώ είμαι.»
Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με περιφρόνηση.
— «Εσύ είσαι λοιπόν αυτός που παντρεύτηκε μια ετοιμοθάνατη ογδονταδυάχρονη γυναίκα.»
Δεν απάντησα.
— «Είμαι ο Μάρκους. Ο ανιψιός της.»
Η καρδιά μου σκίρτησε.
Η Γκλόρια μού είχε μιλήσει γι' αυτόν.
— «Σε περίμενε», είπα ήρεμα.
Γέλασε ειρωνικά.
— «Φυσικά και σε έβαλε να το λες.»
Εκείνη τη στιγμή πλησίασε ένας ηλικιωμένος κύριος με μαύρη ομπρέλα.
Ήταν ο κύριος Τσάρλεστον.
Ο δικηγόρος της Γκλόρια.
Στα χέρια του κρατούσε τη γνωστή παλιά πάνινη νοσοκομειακή τσάντα.
Την ίδια που δεν άφηνε ποτέ κανέναν να αγγίξει.
Στάθηκε μπροστά μου.
Μου την έδωσε.
Ήταν πολύ πιο βαριά απ' όσο περίμενα.
Έπειτα είπε ήρεμα:
— «Η Γκλόρια ήθελε να την έχεις εσύ.»
Ο Μάρκους γέλασε δυνατά.
— «Φυσικά.»
Ο δικηγόρος συνέχισε σαν να μην τον είχε ακούσει.
— «Μου έδωσε πολύ συγκεκριμένες οδηγίες.»
Άνοιξε έναν φάκελο.
— «Ντάνιελ... πριν πάρεις οποιαδήποτε απόφαση, πριν δώσεις την τσάντα σε οποιονδήποτε, πριν πιστέψεις οτιδήποτε ακούσεις... θέλει να διαβάσεις πρώτα το γράμμα που βρίσκεται μέσα.»
Ο Μάρκους έκανε ένα βήμα μπροστά.
— «Αυτή η τσάντα ανήκει στην οικογένειά της.»
Ο κύριος Τσάρλεστον τον κοίταξε ψυχρά.
— «Ανήκει πλέον στον νόμιμο σύζυγό της.»
Τα μάτια του Μάρκους σκοτείνιασαν.
— «Αυτός ο γάμος δεν θα κρατήσει ούτε μία εβδομάδα στα δικαστήρια.»
Με πλησίασε τόσο κοντά που ένιωθα την ανάσα του.
— «Άκουσέ με καλά. Θα ακυρώσω τον γάμο. Θα ακυρώσω τη διαθήκη. Θα αποδείξω ότι εκμεταλλεύτηκες μια άρρωστη ηλικιωμένη.»
Έσφιξα την τσάντα.
— «Δεν της πήρα ποτέ τίποτα.»
Χαμογέλασε ειρωνικά.
— «Θα το δούμε.»
Οι επόμενες μέρες ήταν εφιαλτικές.
Μέχρι τη Δευτέρα, όλο το γηροκομείο ψιθύριζε.
Όταν έμπαινα στην τραπεζαρία, οι συζητήσεις σταματούσαν.
Κάποιοι συνάδελφοι απέφευγαν να με κοιτάξουν.
Άλλοι έδειχναν να με λυπούνται.
Κάποιοι πίστευαν πραγματικά ότι είχα παντρευτεί την Γκλόρια μόνο για την περιουσία της.
Η Σάρα με βρήκε στο δωμάτιο προσωπικού.
Έκλεισε την πόρτα πίσω της.
— «Η διοίκηση ξεκίνησε επίσημη έρευνα.»
Το περίμενα.
— «Πότε;»
— «Την Τετάρτη.»
Έμεινα σιωπηλός.
Η Σάρα με κοίταξε προσεκτικά.
— «Τι θα κάνεις;»
Κοίταξα την παλιά τσάντα που βρισκόταν δίπλα μου.
— «Θα τη δώσω στον Μάρκους.»
Η Σάρα πετάχτηκε όρθια.
— «Τι;»
— «Δεν θέλω ούτε ένα ευρώ.»
— «Ντάνιελ...»
— «Αν αυτό σταματήσει όλα αυτά, δεν με νοιάζει.»
Η Σάρα με κοίταζε απογοητευμένη.
— «Αυτό ακριβώς θέλει.»
Δεν απάντησα.
Το ίδιο βράδυ γύρισα σπίτι.
Η παλιά τσάντα βρισκόταν πάνω στο τραπέζι.
Την κοιτούσα σχεδόν μία ώρα.
Δεν είχα το κουράγιο να την ανοίξω.
Ένιωθα πως, αν άνοιγα το φερμουάρ, όλα θα άλλαζαν.
Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο.
Ήταν ο κύριος Τσάρλεστον.
Η φωνή του ήταν σοβαρή.
— «Ντάνιελ... σε παρακαλώ, πριν κάνεις οτιδήποτε... άνοιξε την τσάντα.»
— «Δεν θέλω τίποτα από εκείνη.»
— «Δεν πρόκειται για χρήματα.»
Σώπασα.
Εκείνος συνέχισε.
— «Η Γκλόρια προετοίμαζε αυτή τη στιγμή εδώ και πολλά χρόνια.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά πιο δυνατά.
— «Τι εννοείτε;»
— «Θα καταλάβεις μόλις διαβάσεις το γράμμα.»
Έκλεισε το τηλέφωνο.
Έμεινα μόνος.
Με αργές κινήσεις άνοιξα επιτέλους το φερμουάρ.
Περίμενα να βρω χρήματα.
Κοσμήματα.
Κλειδιά.
Διαθήκες.
Αντί γι' αυτά…
Υπήρχαν εκατοντάδες παλιά γράμματα.
Μια κιτρινισμένη φωτογραφία μιας νεαρής γυναίκας που κρατούσε ένα μωρό.
Και πάνω απ' όλα...
Ένας λευκός φάκελος.
Πάνω του, με τον γνώριμο τρεμάμενο γραφικό χαρακτήρα της Γκλόρια, υπήρχε μόνο μία λέξη:
«Στον αγαπημένο μου Ντάνιελ.»
ΤΕΛΟΣ ΜΕΡΟΥΣ 3…

0 comments:
Post a Comment