ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΤΣΑΝΤΑ ΤΟΥ ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΕΚΡΥΒΕ ΕΓΓΡΑΦΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ — ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΥ ΒΡΗΚΑΜΕ ΜΑΣ ΠΑΓΩΣΕ
Η μητέρα μου δεν άγγιξε την τσάντα.
Απλώς την κοιτούσε.
«Κλείσ' την», είπε.
«Μαμά…»
«Κλείσ' την.»
Η Κλόη έκανε ένα βήμα πίσω.
«Γιαγιά, πρέπει να δεις.»
«Όχι ακόμα.»
Η φωνή της έτρεμε.
Και τότε κατάλαβα κάτι.
Η μητέρα μου δεν φοβόταν απλώς ότι ο Ρίτσαρντ είχε μυστικά.
Φοβόταν ότι κάποιο από αυτά τα μυστικά αφορούσε την ίδια.
Πήρα τον πρώτο φάκελο.
Πάνω του υπήρχε το πλήρες όνομα της μητέρας μου.
Άνοιξα.
Μέσα υπήρχαν φωτοαντίγραφα παλιών εγγράφων.
Λογαριασμοί.
Στοιχεία ιδιοκτησίας.
Ασφαλιστικά έγγραφα.
Και μια φωτοτυπία της ταυτότητάς της.
«Γιατί έχει ο Ρίτσαρντ αυτά;»
Η μητέρα μου δεν απάντησε.
«Μαμά;»
«Δεν του τα έδωσα.»
Η Κλόη άνοιξε ένα άλλο ντοσιέ.
«Κοίτα αυτό.»
Ήταν μια λίστα.
Ημερομηνίες.
Ποσά.
Διευθύνσεις.
Και δίπλα σε ορισμένες ημερομηνίες υπήρχαν αρχικά.
Μ.
Τα αρχικά της μητέρας μου.
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά.
«Μπορεί να είναι κάποια απάτη.»
Η Κλόη κούνησε το κεφάλι.
«Δεν είναι μόνο αυτό.»
Έβγαλε το τηλέφωνό της.
«Τον ακολούθησα.»
Η μητέρα μου έκλεισε τα μάτια.
«Πού πήγε;»
«Νότια.»
«Το ήξερα», ψιθύρισα.
Η Κλόη μας έδειξε έναν χάρτη.
«Πήγε σε ένα μεγάλο σπίτι.»
Έκανε ζουμ.
«Εδώ.»
Η μητέρα μου κοίταξε τη διεύθυνση.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Άφησε το τηλέφωνο από τα χέρια της.
«Όχι.»
«Μαμά;»
«Όχι.»
«Τι είναι αυτό το σπίτι;»
Εκείνη σηκώθηκε.
Πήγε προς το παράθυρο.
Κοίταξε έξω.
«Ξέρω αυτή τη διεύθυνση.»
«Ποιος μένει εκεί;»
Δεν απάντησε.
«Μαμά!»
Γύρισε προς εμένα.
Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Ο αδερφός του πατέρα σου.»
Πάγωσα.
Ο θείος μου ο Άρθουρ.
Ο άνθρωπος που δεν είχαμε δει σχεδόν είκοσι χρόνια.
Ο άνθρωπος που είχε εξαφανιστεί από τη ζωή της οικογένειάς μας μετά από μια τεράστια διαμάχη με τον πατέρα μου.
«Τι σχέση έχει ο Άρθουρ με τον Ρίτσαρντ;»
«Δεν ξέρω.»
«Μαμά, ξέρεις κάτι.»
Εκείνη δεν μιλούσε.
Η Κλόη πλησίασε.
«Γιαγιά, υπάρχει κι άλλο.»
Έβγαλε από την τσάντα ένα μικρό κλειδί.
Πάνω του υπήρχε ένας αριθμός.
317.
«Το βρήκα στην εσωτερική τσέπη.»
Η μητέρα μου το πήρε.
Το κοίταξε.
«Αυτό είναι κλειδί θυρίδας.»
«Πού;»
«Στην τράπεζα.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Την επόμενη μέρα, πήγαμε στην τράπεζα.
Ο υπάλληλος μάς ζήτησε τα στοιχεία.
Η μητέρα μου έδωσε την ταυτότητά της.
Μετά από λίγα λεπτά, ο υπάλληλος επέστρεψε.
«Η θυρίδα δεν είναι στο όνομά σας.»
«Τότε σε ποιο όνομα;»
«Δεν μπορώ να το αποκαλύψω χωρίς εξουσιοδότηση.»
Η μητέρα μου κοίταξε το κλειδί.
«Τότε γιατί υπάρχει το όνομά μου στον φάκελο;»
Ο υπάλληλος πάγωσε.
Κοίταξε τον φάκελο.
Μετά εκείνη.
«Κυρία… καλύτερα να μιλήσετε με δικηγόρο.»
Και εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Άγνωστος αριθμός.
Απάντησα.
Δεν ακούστηκε τίποτα για τρία δευτερόλεπτα.
Μετά μια αντρική φωνή είπε:
«Σας συμβουλεύω να επιστρέψετε την τσάντα.»
«Ποιος είστε;»
«Κάποιος που προσπαθεί να προστατεύσει τη μητέρα σας.»
«Από ποιον;»
Μικρή παύση.
«Από τον ίδιο τον Ρίτσαρντ.»
Η γραμμή έκλεισε.
Κοιτάξαμε η μία την άλλη.
Και τότε συνειδητοποιήσαμε κάτι τρομακτικό.
Ίσως ο Ρίτσαρντ να μην ήταν ο άνθρωπος από τον οποίο έπρεπε να φοβόμαστε.
Ίσως κάποιος άλλος να κινούσε τα νήματα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment