ΜΕΡΟΣ 3 — Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΑΣ ΕΙΠΕ «Ο ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΑΣ» — ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΕΚΡΥΒΕ 30 ΧΡΟΝΙΑ
Εκείνο το βράδυ η μητέρα μου δεν κοιμήθηκε.
Ούτε εγώ.
Η Κλόη κοιμήθηκε στον καναπέ, έχοντας το κινητό της κάτω από το μαξιλάρι.
Η τσάντα του Ρίτσαρντ βρισκόταν κλειδωμένη στο συρτάρι του γραφείου μου.
Στις 2:13 τα ξημερώματα, ακούστηκε ένας θόρυβος από έξω.
Σηκώθηκα.
Πήγα στο παράθυρο.
Ένα αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο απέναντι.
Τα φώτα του σβηστά.
Δεν μπορούσα να δω ποιος ήταν μέσα.
Πήρα το τηλέφωνό μου.
«Μαμά.»
Εκείνη εμφανίστηκε στην πόρτα.
«Τι έγινε;»
Έδειξα το αυτοκίνητο.
Η έκφρασή της άλλαξε.
«Μην ανάψεις τα φώτα.»
«Γιατί;»
«Απλώς μην τα ανάψεις.»
Τότε κατάλαβα.
Η μητέρα μου γνώριζε περισσότερα από όσα μου έλεγε.
«Ποιος είναι;»
«Δεν ξέρω.»
«Μαμά.»
Εκείνη κάθισε.
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Πριν από τριάντα χρόνια, ο πατέρας σου και ο Άρθουρ είχαν μια επιχείρηση.»
«Το ήξερα.»
«Δεν ξέρεις τα πάντα.»
Σταμάτησα.
«Τι συνέβη;»
«Χάθηκαν χρήματα.»
«Πόσα;»
«Πολύ περισσότερα απ' όσα σου είπαμε.»
Η μητέρα μου έσφιξε τα χέρια της.
«Ο πατέρας σου πίστευε ότι ο Άρθουρ έκλεβε από την εταιρεία.»
«Και το έκανε;»
«Δεν ξέρω.»
«Μαμά!»
«Δεν ξέρω!»
Ήταν η πρώτη φορά που την είδα να θυμώνει τόσο.
Μετά χαμήλωσε τη φωνή.
«Υπήρχε ένας τρίτος άνθρωπος.»
«Ποιος;»
«Ένας λογιστής.»
«Πώς τον έλεγαν;»
Η μητέρα μου με κοίταξε.
«Ρίτσαρντ.»
Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου.
«Ο Ρίτσαρντ;»
«Δεν ήταν ο Ρίτσαρντ που ξέρεις τώρα.»
«Πόσο χρονών ήταν;»
«Ήταν περίπου τριάντα.»
Η Κλόη είχε ξυπνήσει και στεκόταν στο διάδρομο.
«Γιαγιά…»
Η μητέρα μου την κοίταξε.
«Γύρνα να κοιμηθείς.»
«Δεν θέλω.»
Δεν την πίεσα.
Γιατί πλέον ήξερα ότι αυτή η ιστορία ήταν μεγαλύτερη από έναν άντρα που έφευγε νωρίς από το δείπνο.
Το επόμενο πρωί πήγαμε στον δικηγόρο.
Του δείξαμε τα έγγραφα.
Έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα.
«Πού βρήκατε αυτά τα χαρτιά;»
«Στην τσάντα του Ρίτσαρντ.»
«Αυτό είναι σοβαρό.»
«Τι σημαίνουν;»
Ο δικηγόρος άνοιξε έναν φάκελο.
«Υπάρχουν μεταβιβάσεις περιουσίας που φαίνεται να συνδέονται με μια παλιά οικογενειακή υπόθεση.»
«Τι είδους μεταβιβάσεις;»
«Η μητέρα σας είχε κάποτε δικαιώματα σε ένα ακίνητο.»
Η μητέρα μου ανασηκώθηκε.
«Το σπίτι της λίμνης;»
Ο δικηγόρος την κοίταξε.
«Ακριβώς.»
Η μητέρα μου άσπρισε.
Το σπίτι της λίμνης ήταν το παλιό εξοχικό του πατέρα μου.
Είχε πουληθεί πριν από δεκαετίες.
Ή έτσι νόμιζα.
«Δεν πουλήθηκε ποτέ», είπε ο δικηγόρος.
Σιωπή.
«Τι;»
«Μεταφέρθηκε.»
«Σε ποιον;»
Ο δικηγόρος έσπρωξε το έγγραφο προς το μέρος μας.
Το όνομα ήταν εκεί.
Άρθουρ.
Η μητέρα μου άρχισε να κλαίει.
«Γιατί δεν μου το είπες ποτέ;» ρώτησα.
«Γιατί ο πατέρας σου μου ζήτησε να μην το ψάξω ποτέ.»
«Και γιατί ο Ρίτσαρντ το ψάχνει τώρα;»
Ο δικηγόρος δεν απάντησε.
Γιατί εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνό του χτύπησε.
Άκουσε για λίγα δευτερόλεπτα.
Μετά μας κοίταξε.
«Ο Άρθουρ ζητά να συναντήσει τη μητέρα σας.»
Η μητέρα μου ψιθύρισε:
«Όχι.»
«Γιατί;»
«Γιατί αν θέλει να με δει τώρα, κάτι έχει αλλάξει.»
Και τότε το τηλέφωνό μου δονήθηκε.
Μήνυμα από άγνωστο αριθμό.
«Αν θέλετε να μάθετε γιατί ο Ρίτσαρντ φεύγει πάντα στις 7:30, ελάτε απόψε στη λίμνη.»
Κάτω από το μήνυμα υπήρχε μία φωτογραφία.
Μια παλιά φωτογραφία του πατέρα μου.
Και δίπλα του στεκόταν ο νεαρός Ρίτσαρντ.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment