ΜΕΡΟΣ 2 — «Ο ΓΚΡΕΓΚ ΕΦΕΡΕ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΗ ΘΕΙΑ ΤΟΥ — ΑΛΛΑ Η ΣΟΥΖΑΝ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΦΑΚΕΛΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΕΙ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ»
Ο Γκρεγκ στεκόταν στη βεράντα κρατώντας έναν μεγάλο καφέ φάκελο.
Δίπλα του ήταν η Μάρσι.
Η Λόρα στεκόταν λίγο πιο πίσω.
Και ένας αστυνομικός περίμενε κοντά στο πεζοδρόμιο.
Άνοιξα την πόρτα.
«Τι συμβαίνει;»
Ο Γκρεγκ σήκωσε τον φάκελο.
«Αυτό τελειώνει σήμερα.»
«Τι ακριβώς;»
«Η κατάσταση με τη θεία μου.»
«Η Σούζαν είναι μέσα.»
«Τότε φέρ' την έξω.»
«Κοιμάται.»
«Δεν με ενδιαφέρει.»
Τον κοίταξα.
«Εμένα με ενδιαφέρει.»
Ο αστυνομικός πλησίασε.
«Κύριε, θα ήθελα να μιλήσω πρώτα με την κυρία Σούζαν.»
«Φυσικά.»
Πριν προλάβω να γυρίσω, ακούστηκε μια φωνή.
«Σαμ.»
Γύρισα.
Η Σούζαν στεκόταν στον διάδρομο.
Ήταν χλωμή.
Το ένα χέρι της κρατούσε τον τοίχο.
Στο άλλο κρατούσε μια δέσμη φακέλων δεμένη με ξεθωριασμένη μπλε κορδέλα.
«Σούζαν, γύρνα στο κρεβάτι.»
«Όχι.»
Η φωνή της ήταν αδύναμη.
Αλλά αποφασιστική.
Ο Γκρεγκ την κοίταξε.
«Τι είναι αυτό;»
Η Σούζαν κατέβηκε αργά τα σκαλιά.
«Θέλετε την αλήθεια;»
Ο Γκρεγκ σταύρωσε τα χέρια.
«Ναι.»
«Τότε μπείτε μέσα.»
Κανείς δεν μίλησε.
Ο αστυνομικός ακολούθησε.
Η Σούζαν κάθισε στην πολυθρόνα.
Το βλέμμα της έπεσε πάνω μου.
«Σαμ, κάθισε.»
Έκανα αυτό που μου είπε.
Η Σούζαν έλυσε την μπλε κορδέλα.
Οι φάκελοι είχαν κιτρινίσει.
Και τότε είδα τη γραφή.
Το στομάχι μου σφίχτηκε.
Την αναγνώριζα.
Ήταν η γραφή της μητέρας μου.
«Όχι...»
Η Σούζαν έκλεισε τα μάτια.
«Ναι.»
«Πού τα βρήκες;»
«Μου τα έδωσε η μητέρα σου.»
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
«Τι;»
Ο Γκρεγκ κοίταζε από εμένα στη Σούζαν.
«Ποια μητέρα;»
«Τη μητέρα του Σαμ.»
Την κοίταξα.
«Γνώριζες τη μητέρα μου;»
«Για χρόνια.»
«Πόσα χρόνια;»
«Πολύ πριν μετακομίσεις απέναντι.»
Η φωνή μου έτρεμε.
«Γιατί δεν μου το είπες;»
Η Σούζαν πήρε τον πρώτο φάκελο.
«Επειδή μου ζήτησε να μη σου το πω.»
«Γιατί;»
«Επειδή ήξερε ότι θα κατηγορούσες τον εαυτό σου.»
Άνοιξε τον φάκελο.
«Η μητέρα σου ήξερε ότι ήσουν απασχολημένος. Ήξερε ότι είχες φύγει για να χτίσεις τη ζωή σου.»
«Αλλά μου έλεγε ότι ήταν καλά.»
«Επειδή ήθελε να πιστεύεις ότι ήταν.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Ήταν άρρωστη.»
«Ναι.»
«Και δεν μου το είπε.»
«Όχι.»
«Γιατί;»
Η Σούζαν με κοίταξε.
«Επειδή σε αγαπούσε.»
Η απάντηση με διέλυσε περισσότερο.
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Φοβόταν ότι αν μάθαινες πόσο άρρωστη ήταν, θα άφηνες τα πάντα και θα γύριζες σπίτι από ενοχές.»
Έσφιξα τα χέρια μου.
«Ήθελε να συνεχίσω τη ζωή μου.»
«Ναι.»
Η Σούζαν μου έδωσε έναν φάκελο.
Πάνω του υπήρχε το όνομά μου.
Τα χέρια μου έτρεμαν.
Τον άνοιξα.
Και διάβασα.
Η μητέρα μου έγραφε ότι ήξερε πως ανησυχούσα.
Ότι ήξερε πως την αγαπούσα.
Ότι δεν ήθελε να επιστρέψω επειδή ένιωθα υποχρεωμένος.
Και στο τέλος είχε γράψει:
«Αν κάποια μέρα ο Σαμ κατηγορήσει τον εαυτό του, πες του να σταματήσει. Δεν απέτυχε ως γιος μου. Ήταν πάντα ο γιος που αγαπούσα.»
Το γράμμα θόλωσε μπροστά στα μάτια μου.
Άρχισα να κλαίω.
Η Σούζαν έβαλε το χέρι της στον ώμο μου.
Ο Γκρεγκ παρέμενε ακίνητος.
Η Λόρα έκλαιγε.
Η Μάρσι είχε σκουπίσει τα μάτια της.
Κανείς δεν μιλούσε.
Και τότε η Σούζαν γύρισε προς τον Γκρεγκ.
«Τώρα καταλαβαίνεις γιατί ο Σαμ με έφερε εδώ;»
Ο Γκρεγκ χαμήλωσε το βλέμμα.
«Νόμιζα...»
«Νόμιζες ότι ήθελε το σπίτι.»
«Ναι.»
Η Σούζαν έγνεψε αργά.
«Πέντε χρόνια δεν ήρθες να με δεις.»
Ο Γκρεγκ δεν απάντησε.
«Πέντε χρόνια.»
«Μαμά...»
«Μη με λες μαμά τώρα.»
Ο Γκρεγκ πάγωσε.
Η Σούζαν συνέχισε:
«Όταν ήμουν δυνατή, ήσουν πολύ απασχολημένος.»
Η φωνή της έσπασε.
«Όταν αρρώστησα, εμφανίστηκες για να ρωτήσεις για το σπίτι.»
Ο Γκρεγκ κατέβασε το κεφάλι.
«Δεν ήταν έτσι.»
«Τότε πώς ήταν;»
Δεν απάντησε.
Ο αστυνομικός μίλησε ήρεμα.
«Κυρία Σούζαν, θέλω να επιβεβαιώσω κάτι. Θέλετε να βρίσκεστε εδώ;»
«Ναι.»
«Κανείς δεν σας αναγκάζει;»
«Όχι.»
«Θέλετε να παραμείνετε εδώ;»
«Ναι.»
Ο αστυνομικός έγνεψε.
«Τότε δεν υπάρχει λόγος να σας απομακρύνει κανείς από το σπίτι παρά τη θέλησή σας.»
Ο Γκρεγκ έκλεισε τον φάκελό του.
«Συγγνώμη.»
Η Σούζαν τον κοίταξε.
«Δεν θέλω τη συγγνώμη σου.»
«Τι θέλεις;»
Η Σούζαν κοίταξε και τους τρεις.
«Χρόνο.»
Η Λόρα άρχισε να κλαίει.
«Γιαγιά...»
Η Σούζαν άπλωσε το χέρι.
«Κάτσε.»
Η Λόρα κάθισε δίπλα της.
«Αν πραγματικά με αγαπάτε, σταματήστε να σκέφτεστε τι θα γίνει όταν πεθάνω.»
Σιωπή.
«Σκεφτείτε τι μπορείτε να κάνετε όσο είμαι ακόμα εδώ.»
Εκείνο το απόγευμα, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, η οικογένεια της Σούζαν κάθισε μαζί της.
Και εγώ κατάλαβα κάτι.
Η Σούζαν δεν είχε φέρει απλώς ένα πακέτο γραμμάτων από το παρελθόν.
Είχε φέρει την απάντηση στο μεγαλύτερο βάρος της ζωής μου.
Όμως υπήρχε κάτι ακόμη που δεν μου είχε πει.
Και εκείνο το βράδυ, στις εννέα ακριβώς, θα μου αποκάλυπτε γιατί είχε επιλέξει εμένα.

0 comments:
Post a Comment