ΜΕΡΟΣ 2 — ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΜΕΝ ΕΚΡΥΒΕ ΕΝΑ ΟΝΟΜΑ ΠΟΥ Ο ΝΤΙΕΓΚΟ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΠΟΤΕ, ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΔΙΑΒΑΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΕΙΧΕ ΑΦΗΣΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΔΙΠΛΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΜΗΝΕΣ
Κάθισα σε ένα παγκάκι έξω από την εκκλησία.
Τα χέρια μου έτρεμαν.
Συνέχισα να διαβάζω.
Η Κάρμεν έγραφε ότι ο μικρότερος γιος της λεγόταν Μιγκέλ.
Ο Μιγκέλ είχε φύγει από το σπίτι πολλά χρόνια πριν.
Ήταν μόλις δεκαεννέα ετών όταν είχε φύγει για να σπουδάσει.
Ήταν έξυπνος.
Ευγενικός.
Και, σύμφωνα με την Κάρμεν, είχε ένα μεγάλο όνειρο:
να γίνει γιατρός.
Όμως δεν πρόλαβε.
Ένα βράδυ, επιστρέφοντας από τη δουλειά του, είχε εμπλακεί σε ένα σοβαρό τροχαίο.
Ο Μιγκέλ πέθανε πριν φτάσει στο νοσοκομείο.
Η Κάρμεν δεν ξεπέρασε ποτέ την απώλεια.
Στο γράμμα έγραφε:
«Όταν σε είδα για πρώτη φορά, κάτι στον τρόπο που μιλούσες, στον τρόπο που έσκυβες όταν άκουγες έναν ηλικιωμένο άνθρωπο και στον τρόπο που έλεγες “μην ανησυχείτε”, μου θύμισε εκείνον.»
Σταμάτησα.
Δεν ήξερα τον Μιγκέλ.
Δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε.
Αλλά η επιστολή συνέχιζε.
Η Κάρμεν αποκάλυπτε ότι δεν είχε ποτέ σκοπό να με εκμεταλλευτεί.
Ήξερε ότι δεν μπορούσε να με πληρώσει.
Τα χρήματα που είχε συμφωνήσει να μου δίνει είχαν χαθεί από έναν λογαριασμό στον οποίο βασιζόταν.
Όμως υπήρχε κάτι ακόμα.
Κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Στο τέλος της επιστολής έγραφε:
«Υπάρχει ένα κουτί κάτω από το παλιό μου κρεβάτι. Πάρε το. Μην το ανοίξεις μέχρι να βρεις τον άνθρωπο που αναφέρω στην επόμενη σελίδα.»
Γύρισα τη σελίδα.
Το όνομα ήταν:
ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΑΛΒΑΡΕΣ.
Δεν είχα ακούσει ποτέ αυτό το όνομα.
Στο γράμμα υπήρχε μια διεύθυνση.
Και μια φράση:
«Αν κάποιος μπορεί να σου εξηγήσει γιατί σε διάλεξα, είναι εκείνος.»
Εκείνο το βράδυ πήγα στο σπίτι της Κάρμεν.
Ο γείτονας μου είχε δώσει το κλειδί που είχε αφήσει για μένα.
Μπήκα μέσα.
Όλα ήταν ακριβώς όπως τα είχα αφήσει.
Το παλιό ραδιόφωνο.
Οι φωτογραφίες.
Η καρέκλα της.
Πήγα στο υπνοδωμάτιο.
Έσκυψα κάτω από το κρεβάτι.
Και το βρήκα.
Ένα ξύλινο κουτί.
Κλειδωμένο.
Πάνω στο καπάκι υπήρχε ένα μικρό χαρτί.
«Για τον Ντιέγκο.»
Άνοιξα το κουτί.
Μέσα υπήρχαν παλιά έγγραφα.
Μια φωτογραφία του Μιγκέλ.
Μερικά γράμματα.
Και ένας φάκελος με το όνομά μου.
Τον άνοιξα.
Και αυτή τη φορά δεν ήταν η Κάρμεν που είχε γράψει.
Ήταν ο Μιγκέλ.
Η επιστολή ήταν παλιά.
Πολύ παλιά.
Και η πρώτη πρόταση με έκανε να παγώσω:
«Αν κάποτε ένας άνθρωπος που ονομάζεται Ντιέγκο βρεθεί στη ζωή της μητέρας μου, θέλω να ξέρεις ότι ίσως είναι η δεύτερη ευκαιρία που δεν είχα εγώ.»
Δεν μπορούσα να καταλάβω.
Πώς μπορούσε ο Μιγκέλ να γράψει το όνομά μου πριν από τόσα χρόνια;

0 comments:
Post a Comment