ΜΕΡΟΣ 2 — Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΣΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΙΛΙ ΚΑΙ Ο ΤΟΝΙ ΜΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΟΤΙ ΤΟΝ ΕΙΧΕ ΦΕΡΕΙ ΚΡΥΦΑ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΙ
«Ποιος είναι αυτός;»
Η Ντενίζ, η διευθύντρια του ξενοδοχείου, πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Το όνομά του είναι Ρόμπερτ.»
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
«Ρόμπερτ ποιος;»
«Ο πατέρας του Άνταμ.»
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
Ο πατέρας του Άνταμ.
Ο παππούς της Λίλι.
Ένας άνθρωπος που πίστευα ότι είχε φύγει από τη ζωή μας για πάντα.
Η Ντενίζ μού έδωσε τον φάκελο.
«Μου ζήτησε να σας τον παραδώσω.»
«Γιατί βρίσκεται εδώ;»
«Πλήρωσε για δύο από τις συνταγές της κόρης σας. Και κανόνισε επίσης κάποια πράγματα για την παραλία.»
Έσφιξα τον φάκελο.
«Ποιος του έδωσε το δικαίωμα;»
Η Ντενίζ χαμήλωσε τη φωνή.
«Ο σύζυγός σας.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου.
Βρήκα τον Τόνι δίπλα στο αυτοκίνητο.
«Έφερες τον Ρόμπερτ εδώ;»
Σταμάτησε.
Δεν προσπάθησε να το αρνηθεί.
«Ναι.»
«Χωρίς να μου το πεις;»
«Ήθελα να σου το πω.»
«Πότε; Όταν θα επιστρέφαμε στο σπίτι; Ή όταν η Λίλι δεν θα είχε πια χρόνο να τον γνωρίσει;»
Ο Τόνι κατέβασε τα μάτια.
«Βρήκα ένα γράμμα του Ρόμπερτ όταν έψαχνα το πιστοποιητικό γέννησης της Λίλι.»
«Τι γράμμα;»
«Έγραφε ότι αν ποτέ η Λίλι ήταν έτοιμη να τον γνωρίσει, έπρεπε να τον καλέσουμε.»
Ένιωσα θυμό.
«Και αποφάσισες μόνος σου;»
«Ναι.»
«Γιατί;»
Ο Τόνι σήκωσε το βλέμμα.
Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Επειδή ο χρόνος της τελειώνει.»
Αυτή η φράση με διέλυσε.
Όχι επειδή ήταν λάθος.
Αλλά επειδή ήταν αλήθεια.
Πριν προλάβω να απαντήσω, ακούσαμε μια φωνή.
«Γιατί ψιθυρίζετε;»
Γυρίσαμε.
Η Λίλι καθόταν στην είσοδο με το αναπηρικό καροτσάκι της.
Είχε ξυπνήσει μόνη της.
Και είχε ακούσει αρκετά.
Κοίταξα τον Τόνι.
Ήθελα να του φωνάξω.
Αλλά η Λίλι ήταν εκεί.
«Υπάρχει κάποιος που θέλει να σε γνωρίσει», είπα τελικά.
«Ποιος;»
«Ο παππούς σου.»
Η Λίλι έμεινε ακίνητη.
«Ο παππούς μου;»
Έβγαλα τη φωτογραφία από τον φάκελο.
Ήταν ο Άνταμ στα δέκα του χρόνια.
Η Λίλι άγγιξε το πρόσωπό του.
«Ήταν έτσι;»
«Ναι.»
«Μοιάζει με εμένα.»
«Ναι.»
Με κοίταξε.
«Θέλει να με γνωρίσει;»
«Ναι.»
«Και εσύ;»
Η ερώτηση με αιφνιδίασε.
«Τι εννοείς;»
«Θέλεις να τον γνωρίσω;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Για χρόνια είχα θυμώσει με τον Ρόμπερτ.
Μετά τον θάνατο του Άνταμ είχαμε ανταλλάξει γράμματα γεμάτα κατηγορίες.
Εκείνος πίστευε ότι κρατούσα τη Λίλι μακριά.
Εγώ πίστευα ότι μας είχε εγκαταλείψει.
Και τελικά σταματήσαμε να γράφουμε.
Η Λίλι περίμενε.
«Θέλω να διαλέξεις εσύ», της είπα.
Εκείνη γύρισε προς τον Τόνι.
«Εσύ τον έφερες;»
«Ναι.»
«Ήταν σωστό;»
Ο Τόνι κατάπιε.
«Έπρεπε πρώτα να το πω στη μαμά σου.»
Η Λίλι τον κοίταξε για λίγο.
Μετά χαμογέλασε ελάχιστα.
«Θέλω να τον δω.»
Και τότε η πόρτα άνοιξε.
Ο Ρόμπερτ μπήκε κρατώντας ένα μικρό ξύλινο μουσικό κουτί.
Το άφησε στα χέρια της.
«Αυτό ήταν του πατέρα σου.»
Η Λίλι το άνοιξε.
Μια απαλή μελωδία γέμισε το δωμάτιο.
Και για πρώτη φορά στη ζωή της, η κόρη μου άκουσε κάτι που είχε αγγίξει ο πατέρας της.
Αλλά ο Ρόμπερτ δεν ήρθε μόνο για να της δώσει ένα μουσικό κουτί.
Είχε έρθει με μια ιστορία για τον Άνταμ.
Μια ιστορία που κανείς δεν της είχε πει ποτέ.

0 comments:
Post a Comment