ΜΕΡΟΣ 2 — Ο Καλύτερος Φίλος Της Χτύπησε Την Πόρτα Με Ένα Σημειωματάριο, Ζήτησε Μόνο Τις Μετρήσεις Της Και Υποσχέθηκε Ότι Θα Της Έφτιαχνε Κάτι Που Δεν Θα Ξεχνούσε Ποτέ
Ο Έλι δεν μπήκε στο σπίτι σαν κάποιος που είχε έρθει να δώσει συμβουλές.
Δεν είπε:
«Πρέπει να χαμογελάσει.»
Δεν είπε:
«Πρέπει να ξεπεράσει τον θάνατο του Μέισον.»
Δεν είπε τίποτα από αυτά που είχα ακούσει από καλοπροαίρετους ανθρώπους τους τελευταίους μήνες.
Απλώς στεκόταν στην πόρτα.
Κρατούσε το σημειωματάριό του.
Και περίμενε.
«Έλι», είπα τελικά, «τι ακριβώς θέλεις να φτιάξεις;»
«Ένα φόρεμα.»
«Ξέρεις να ράβεις;»
Κούνησε το κεφάλι.
«Όχι πολύ καλά.»
Δεν μπόρεσα να μην χαμογελάσω.
«Τότε γιατί είσαι τόσο σίγουρος;»
«Γιατί μπορώ να μάθω.»
Αυτή η απάντηση με έκανε να σωπάσω.
«Η μαμά μου έχει ραπτομηχανή», συνέχισε. «Και έχω βρει βίντεο. Και βιβλία. Και...»
Άνοιξε το σημειωματάριο.
Οι σελίδες ήταν γεμάτες σχέδια.
Φορέματα.
Λουλούδια.
Υφάσματα.
Μικρά σκίτσα.
«Το σκέφτεσαι καιρό αυτό;»
«Από τότε που μου είπε τι έγινε στο κατάστημα.»
«Πώς το έμαθες;»
«Μου το είπε η Χέιζελ.»
Σταμάτησα.
«Δεν ήξερα ότι σου είχε μιλήσει.»
«Δεν μιλάει πολύ.»
Χαμογέλασε λυπημένα.
«Αλλά σε μένα μιλάει μερικές φορές.»
Τον άφησα να μπει.
Η μητέρα του, η Μάρα, ήρθε λίγο αργότερα.
Όταν της είπα τι ήθελε να κάνει ο γιος της, με κοίταξε με έναν τρόπο που δεν θα ξεχάσω.
«Δεν κοιμάται σχεδόν καθόλου τελευταία.»
«Τι εννοείς;»
«Ράβει.»
«Κάθε βράδυ;»
«Κάθε βράδυ.»
Και τότε κατάλαβα ότι αυτό δεν ήταν μια αυθόρμητη ιδέα.
Ο Έλι είχε αποφασίσει κάτι.
Και δεν επρόκειτο να κάνει πίσω.
Το μόνο πρόβλημα ήταν η Χέιζελ.
Δεν ήθελα να της δώσω άλλη μια υπόσχεση που μπορεί να αποτύχει.
Έτσι ρώτησα:
«Και αν δεν θέλει να το φορέσει;»
Ο Έλι ανασήκωσε τους ώμους.
«Τότε δεν θα το φορέσει.»
«Δεν θα απογοητευτείς;»
«Όχι.»
Με κοίταξε στα μάτια.
«Θέλω απλώς να έχει επιλογή.»
Αυτή η φράση με συγκλόνισε.
Γιατί αυτό ακριβώς είχε χάσει η Χέιζελ.
Την αίσθηση ότι είχε επιλογές.
Έτσι του έδωσα τις μετρήσεις.
Τις επόμενες εβδομάδες, άρχισα να παρατηρώ κάτι παράξενο.
Κάθε βράδυ, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, το φως στο δωμάτιο του Έλι παρέμενε αναμμένο.
Μια φορά, στις δύο το πρωί, σηκώθηκα για νερό και είδα το φως του απέναντι.
Ήταν ακόμα εκεί.
Το επόμενο πρωί ρώτησα τη Μάρα:
«Πότε κοιμάται;»
Γέλασε κουρασμένα.
«Αυτό προσπαθώ κι εγώ να καταλάβω.»
Ο Έλι έραβε.
Έκανε λάθη.
Ξήλωνε.
Ξαναέραβε.
Έκοβε ύφασμα.
Έκανε δοκιμές.
Μερικές φορές η Μάρα τον βοηθούσε.
Άλλες φορές τα χέρια της πονούσαν από την πολύωρη εργασία.
Και παρ' όλα αυτά, εκείνος συνέχιζε.
Εν τω μεταξύ, η Χέιζελ δεν γνώριζε τίποτα.
Της έλεγα μόνο ότι ο Έλι είχε «κάτι στο μυαλό του».
«Δεν θέλω εκπλήξεις», μου είπε μια μέρα.
«Ίσως αυτή να είναι μια καλή έκπληξη.»
«Δεν ξέρω αν υπάρχουν καλές εκπλήξεις πια.»
Αυτή η φράση με πόνεσε.
Αλλά δεν επέμενα.
Ο Έλι ήθελε να δημιουργήσει κάτι που δεν θα ήταν απλώς ένα φόρεμα.
Ήθελε να βάλει μέσα του νόημα.
Κάθε λουλούδι θα αντιπροσώπευε κάτι.
Μια ανάμνηση.
Μια πληγή.
Μια λέξη που είχε πονέσει τη Χέιζελ.
Και κάθε κεντημένη φράση θα της θύμιζε ότι εκείνες οι λέξεις δεν είχαν το δικαίωμα να γράψουν το τέλος της ιστορίας της.
Όμως ο Έλι δεν ήθελε να της το εξηγήσει από πριν.
«Πρέπει να το δει», μου είπε.
«Γιατί;»
«Γιατί αν της το περιγράψουμε, θα σκεφτεί αν αξίζει να το φορέσει.»
«Και αν το δει;»
«Τότε θα αποφασίσει μόνη της.»
Την εβδομάδα πριν από τον χορό, ο Έλι εξαφανιζόταν κάθε απόγευμα στο δωμάτιό του.
Μια μέρα τον είδα να περνάει απέναντι με μια μεγάλη σακούλα.
«Πώς πάει;»
Σταμάτησε.
«Σχεδόν τελείωσε.»
«Είναι όμορφο;»
Χαμογέλασε.
«Δεν ξέρω.»
«Πώς γίνεται να μην ξέρεις;»
«Γιατί πρέπει να είναι όμορφο για εκείνη. Όχι για μένα.»
Εκείνο το βράδυ πήγα στο δωμάτιο της Χέιζελ.
Καθόταν στο κρεβάτι.
«Ο Έλι δουλεύει πολύ σκληρά για κάτι.»
«Για μένα;»
«Ίσως.»
Έκανε μια μικρή γκριμάτσα.
«Δεν θέλω να με κοιτάζουν όλοι.»
«Δεν χρειάζεται να πας.»
«Το ξέρω.»
Έμεινε σιωπηλή.
Μετά είπε:
«Αλλά ο Μέισον θα ήθελε να πάω.»
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
«Ναι.»
«Μου λείπει τόσο πολύ.»
Κάθισα δίπλα της.
«Κι εμένα.»
Η Χέιζελ έπιασε τα χέρια μου.
«Μαμά... νομίζεις ότι αν πάω, είναι σαν να τον ξεχνάω;»
«Όχι.»
Της χάιδεψα τα μαλλιά.
«Νομίζω ότι αν πας, μπορεί να πάρεις μαζί σου ένα κομμάτι του.»
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά.
Σκεφτόμουν τη Χέιζελ.
Τον Μέισον.
Τον Έλι.
Και ένα φόρεμα που ακόμα δεν είχα δει.
Μέχρι που, λίγες μέρες αργότερα, ο Έλι στάθηκε στην κουζίνα μας κρατώντας μια μεγάλη τσάντα.
«Είναι έτοιμο.»
Η Χέιζελ βρισκόταν στον πάνω όροφο.
Ο Έλι κοίταξε προς τη σκάλα.
«Δεν θέλω να το ανοίξω χωρίς εκείνη.»
Και τότε άκουσα βήματα.
Η Χέιζελ κατέβαινε.
«Τι είναι αυτό;»
Ο Έλι γύρισε.
«Κάτι που έφτιαξα για σένα.»
Η Χέιζελ πλησίασε.
Ο Έλι άνοιξε αργά το φερμουάρ.
Και όταν είδαμε για πρώτη φορά τι είχε δημιουργήσει...
κανείς μας δεν μίλησε.
Γιατί μέσα στην τσάντα βρισκόταν ένα φόρεμα που δεν έμοιαζε με κανένα από όσα είχαμε δει εκείνη την άσχημη μέρα στη μπουτίκ.
Ήταν ιβουάρ.
Απαλό.
Και καλυμμένο με δεκάδες χειροποίητα υφασμάτινα τριαντάφυλλα.
Η Χέιζελ άγγιξε ένα από αυτά.
«Έλι...»
Εκείνος χαμογέλασε.
«Θέλω μόνο να το δοκιμάσεις.»
«Κι αν δεν μου αρέσει;»
«Τότε δεν θα το φορέσεις.»
Η Χέιζελ κοίταξε το φόρεμα.
Μετά κοίταξε εμένα.
Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν είδα φόβο στα μάτια της.
Είδα περιέργεια.
«Εντάξει», ψιθύρισε.
«Θα το δοκιμάσω.»
Κανείς μας όμως δεν ήξερε ακόμη τι ακριβώς είχε κρύψει ο Έλι ανάμεσα στα τριαντάφυλλα.

0 comments:
Post a Comment