ΜΕΡΟΣ 2: Η ΕΦΟΔΟΣ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑ — ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΑΜΟ
Η φωνή της Μάρα παρέμενε ήρεμη στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Κλερ, άκουσέ με προσεκτικά. Μην ανοίξεις την πόρτα σε κανέναν εκτός αν ακούσεις το όνομά μου. Οι παραϊατρικοί είναι καθ' οδόν.»
Έβαλα το χέρι μου στην κοιλιά μου.
Το μωρό κουνήθηκε.
Ήταν μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση.
Όμως εκείνη τη στιγμή ένιωσα κάτι που δεν είχα νιώσει από τότε που είχα αρχίσει να ερευνώ την οικογένεια Μπελακούρ.
Φόβο.
Όχι για τον εαυτό μου.
Για το παιδί μου.
«Μάρα…» ψιθύρισα.
«Ναι;»
«Νομίζω ότι ξέρουν κάτι.»
Σιωπή.
«Γιατί το λες αυτό;»
Κοίταξα την πόρτα.
«Επειδή η πεθερά μου δεν πανικοβλήθηκε όταν έσπασαν τα νερά μου.»
Η Μάρα δεν απάντησε αμέσως.
«Τι έκανε;»
«Με έκλεισε εδώ μέσα.»
«Σε κλείδωσε;»
Πήγα προς την πόρτα και γύρισα το χερούλι.
Δεν άνοιξε.
Η καρδιά μου σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο.
«Ναι.»
Η φωνή της Μάρα άλλαξε.
Έγινε πιο σκληρή.
«Κλερ, απομακρύνσου από την πόρτα.»
Έκανα δύο βήματα πίσω.
«Μην προσπαθήσεις να βγεις. Η ομάδα μας βρίσκεται ήδη στο κτήμα.»
Έκλεισα τα μάτια.
Για εννέα μήνες είχα προσπαθήσει να κρατήσω δύο ζωές ξεχωριστές.
Τη ζωή μου ως σύζυγος του Έβαν.
Και τη ζωή μου ως ερευνήτρια.
Δεν είχα πει στον Έβαν τι ακριβώς είχα βρει.
Δεν του είχα αποκαλύψει ότι είχα εντοπίσει τις εταιρείες-φαντάσματα.
Δεν του είχα πει ότι είχα ανακαλύψει μεταφορές χρημάτων προς λογαριασμούς που ανήκαν σε ανθρώπους οι οποίοι είχαν πεθάνει χρόνια πριν.
Και κυρίως…
δεν του είχα πει ότι είχα βρει την υπογραφή του.
Αλλά τώρα κάτι είχε αλλάξει.
Η έρευνα είχε φτάσει στο σπίτι τους.
Και ίσως να μην ήταν πλέον απλώς έρευνα.
Ίσως ήμουν εγώ ο στόχος.
Έξω από την πόρτα ακούστηκαν βήματα.
Σήκωσα το κεφάλι.
«Κλερ;»
Ήταν ο Έβαν.
«Άνοιξέ μου.»
Δεν απάντησα.
«Κλερ, είμαι εγώ.»
Η φωνή του ήταν πιο χαμηλή αυτή τη φορά.
«Θέλω απλώς να δω αν είσαι καλά.»
Κοίταξα το τηλέφωνο.
Η Μάρα παρέμενε στη γραμμή.
«Μην του ανοίξεις», είπε.
«Έβαν», απάντησα τελικά, «γιατί με κλείδωσε η μητέρα σου;»
Σιωπή.
«Δεν σε κλείδωσε.»
«Η πόρτα δεν ανοίγει.»
«Μάλλον κόλλησε.»
«Έβαν.»
«Τι;»
«Πού είναι η μητέρα σου;»
Καμία απάντηση.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Πού είναι, Έβαν;»
«Κλερ, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.»
Έκλεισα τα μάτια.
Αυτό ήταν.
Ακριβώς αυτό έκανε πάντα.
Όταν υπήρχε ένα πρόβλημα, ο Έβαν δεν έλεγε ψέματα αμέσως.
Προσπαθούσε πρώτα να αλλάξει τη συζήτηση.
Να κερδίσει χρόνο.
Να με κάνει να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου.
Όμως αυτή τη φορά δεν ήμουν η γυναίκα που είχε παντρευτεί πριν από τρία χρόνια.
Ήμουν η γυναίκα που είχε περάσει εννέα μήνες παρακολουθώντας εκατοντάδες οικονομικές συναλλαγές.
«Έβαν», είπα ήρεμα, «έχω ένα τηλεφώνημα που δεν πρόκειται να τελειώσει μέχρι να φτάσει βοήθεια.»
Η σιωπή του ήταν η απάντησή μου.
Ύστερα άκουσα κάτι.
Βήματα.
Πολλά βήματα.
Αλλά δεν απομακρύνονταν.
Έρχονταν προς την αίθουσα.
Στην άλλη πλευρά του κτήματος, η γιορτή συνεχιζόταν.
Τουλάχιστον για λίγα ακόμα δευτερόλεπτα.
Η μουσική σταμάτησε απότομα.
Ένας καλεσμένος αργότερα μου είπε ότι αρχικά πίστεψε πως ήταν μέρος της τελετής.
Ύστερα άνοιξαν οι μεγάλες πόρτες.
Άντρες και γυναίκες με διακριτικά μπήκαν στην αίθουσα.
Κάποιοι φορούσαν σκούρα κοστούμια.
Άλλοι στολές.
Και όλοι είχαν τον ίδιο αποφασιστικό τρόπο να κινούνται.
Η Μάρα ήταν μπροστά.
Στο χέρι της κρατούσε ένα ένταλμα.
«Κανείς δεν φεύγει.»
Η αίθουσα πάγωσε.
Η Σελέστ, ακόμα με το νυφικό της, γύρισε απότομα.
«Τι συμβαίνει;»
Ένας από τους πράκτορες στάθηκε μπροστά της.
«Παρακαλώ μείνετε στη θέση σας.»
«Αυτό είναι το γαμήλιο πάρτι μου!»
«Το γνωρίζουμε.»
Η Βικτόρια εμφανίστηκε από το πίσω μέρος της αίθουσας.
Για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, το πρόσωπό της δεν είχε χαμόγελο.
«Ποιος σας έδωσε άδεια να μπείτε εδώ;»
Η Μάρα την κοίταξε.
«Το κράτος.»
Η Βικτόρια χλώμιασε.
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Θα καταλάβετε σύντομα.»
Ένας άλλος πράκτορας κατευθύνθηκε προς το γραφείο.
Κάποιος από τους καλεσμένους ψιθύρισε:
«Είναι η αστυνομία;»
Ένας δεύτερος απάντησε:
«Όχι. Νομίζω ότι είναι ομοσπονδιακοί.»
Τα ψιθυρίσματα εξαπλώθηκαν.
Η Σελέστ άρχισε να κλαίει.
«Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό σήμερα.»
Η Μάρα γύρισε προς το μέρος της.
«Λυπάμαι.»
«Δεν ξέρετε ποια είμαι.»
«Ξέρω ακριβώς ποια είστε.»
Η Σελέστ σταμάτησε.
Η Μάρα πρόσθεσε:
«Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.»
Στο μπάνιο, άκουσα τον πρώτο δυνατό θόρυβο.
Κάτι έπεσε στον διάδρομο.
Μετά ακούστηκε ένας άντρας να φωνάζει.
«Κανείς δεν αγγίζει τίποτα!»
Η Μάρα μίλησε αμέσως.
«Η ομάδα μπήκε.»
Έβγαλα έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Όμως σχεδόν αμέσως ένιωσα μια νέα συστολή.
Αυτή τη φορά ήταν πολύ πιο δυνατή.
Λύγισα.
«Μάρα…»
«Τι συμβαίνει;»
«Έχω συστολή.»
«Πόσο δυνατή;»
«Πολύ.»
«Πόσο συχνά;»
Κοίταξα το ρολόι.
«Κάθε τέσσερα λεπτά.»
Σιωπή.
«Κλερ, οι παραϊατρικοί είναι σχεδόν εκεί.»
«Εντάξει.»
Έπιασα την άκρη του νιπτήρα.
«Απλώς… βιάσου.»
Στην αίθουσα, η έφοδος είχε ήδη αρχίσει να αποκαλύπτει πράγματα.
Οι πράκτορες άνοιγαν ντουλάπια.
Κατέγραφαν υπολογιστές.
Φωτογράφιζαν έγγραφα.
Έπαιρναν σκληρούς δίσκους.
Η Μάρα έφτασε στο ιδιωτικό γραφείο της Βικτόρια.
Στον τοίχο υπήρχε ένα τεράστιο πορτρέτο της οικογένειας Μπελακούρ.
Ο πατέρας.
Η Βικτόρια.
Ο Έβαν.
Η Σελέστ.
Μια τέλεια οικογένεια.
Μια τέλεια επιχείρηση.
Μια τέλεια εικόνα.
Η Μάρα κοίταξε τον πίνακα.
«Πόσα χρόνια χρειάστηκαν για να χτιστεί αυτή η εικόνα;»
Ένας πράκτορας δίπλα της απάντησε:
«Περίπου δεκαεπτά.»
«Και πόσο χρόνο χρειάζεται για να καταρρεύσει;»
«Μερικές ώρες.»
Η Μάρα χαμογέλασε χωρίς χιούμορ.
«Ας αρχίσουμε.»
Ένα ντουλάπι πίσω από μια βιβλιοθήκη άνοιξε.
Μέσα υπήρχαν δεκάδες φάκελοι.
Όλοι είχαν διαφορετικά ονόματα.
Αλλά όλοι συνδέονταν με το ίδιο δίκτυο εταιρειών.
Ένας πράκτορας άρχισε να τους καταγράφει.
«Έχουμε μισθοδοσία.»
«Τι άλλο;»
«Τραπεζικά στοιχεία.»
«Και αυτό;»
Σήκωσε έναν φάκελο.
Η ετικέτα έγραφε:
CLAIRE MORGAN
Η Μάρα πάγωσε.
«Δώσε μου αυτό.»
Ο πράκτορας της τον παρέδωσε.
Η Μάρα άνοιξε τον φάκελο.
Στην πρώτη σελίδα υπήρχε μια φωτογραφία μου.
Στη δεύτερη…
το προσωπικό μου ιστορικό.
Διεύθυνση.
Οικογενειακά στοιχεία.
Εργασιακό ιστορικό.
Και κάτω από αυτά, μία χειρόγραφη σημείωση.
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ.
Η Μάρα σήκωσε αργά το βλέμμα.
«Δεν ερευνούσαν μόνο την υπόθεση.»
«Τι εννοείς;»
«Ερευνούσαν την Κλερ.»
Έξω από το μπάνιο, ο Έβαν άρχισε να χτυπά την πόρτα.
«Κλερ!»
Δεν απάντησα.
«Άνοιξε!»
Έπειτα άκουσα τη φωνή της Βικτόρια.
«Έβαν, σταμάτα.»
«Πρέπει να τη βγάλουμε από εκεί!»
«Όχι.»
Η φωνή της ήταν ψυχρή.
«Πρέπει να φύγουμε.»
«Μαμά, είναι έγκυος!»
«Και αν μείνεις εδώ, θα σε πάρουν μαζί τους.»
Η καρδιά μου σφίχτηκε.
Ο Έβαν δεν απάντησε.
Ύστερα άκουσα κάτι που δεν περίμενα.
«Εγώ δεν έκανα τίποτα.»
Η Βικτόρια απάντησε:
«Το ξέρω.»
«Τότε γιατί φοβάμαι;»
«Επειδή υπέγραψες.»
Έκλεισα τα μάτια.
Υπέγραψε.
Η λέξη έμεινε στο μυαλό μου.
Υπέγραψε.
Δεν ήταν απλώς το όνομά του σε κάποια τυχαία μεταφορά.
Ήταν κάτι μεγαλύτερο.
Κάτι που ίσως δεν γνώριζα ακόμα.
Ένα δυνατό χτύπημα ακούστηκε.
Η πόρτα άνοιξε.
Δύο παραϊατρικοί μπήκαν μέσα.
«Κλερ Μόργκαν;»
«Ναι.»
«Είμαστε εδώ για εσάς.»
Ένας από αυτούς γονάτισε.
«Πόσων εβδομάδων;»
«Τριάντα τεσσάρων.»
«Εντάξει. Θα σας μεταφέρουμε αμέσως.»
«Το μωρό;»
«Θα το φροντίσουμε.»
Με βοήθησαν να σηκωθώ.
Καθώς βγήκα στον διάδρομο, είδα τον Έβαν.
Δύο πράκτορες στέκονταν δίπλα του.
Το πρόσωπό του ήταν λευκό.
«Κλερ…»
Σταμάτησα.
Για ένα δευτερόλεπτο κοιταχτήκαμε.
Ο άντρας που είχα παντρευτεί.
Ο άντρας που είχα αγαπήσει.
Ο άντρας που ήξερε ότι ήμουν έγκυος.
Και ο άντρας του οποίου η υπογραφή υπήρχε στα έγγραφα που είχα ερευνήσει.
«Έβαν», είπα.
Πλησίασε ένα βήμα.
Ένας πράκτορας τον σταμάτησε.
«Μην πλησιάζετε.»
«Απλώς θέλω να της μιλήσω.»
«Θα έχετε χρόνο.»
«Δεν ξέρετε τι συμβαίνει.»
Η Μάρα εμφανίστηκε πίσω του.
«Ξέρουμε περισσότερα απ' όσα νομίζεις.»
Ο Έβαν την κοίταξε.
«Ποια είστε;»
«Μάρα Βος.»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Ήταν τόσο μικρή αλλαγή που κάποιος άλλος ίσως δεν θα την πρόσεχε.
Εγώ όμως την είδα.
Ο Έβαν την αναγνώριζε.
«Έχετε ξανακούσει το όνομά μου», είπε η Μάρα.
«Όχι.»
«Τότε γιατί φαίνεσαι τρομαγμένος;»
Ο Έβαν δεν απάντησε.
Οι παραϊατρικοί με πήραν προς την έξοδο.
Καθώς περνούσα δίπλα του, άκουσα τον Έβαν να ψιθυρίζει:
«Κλερ, δεν ήθελα ποτέ να συμβεί αυτό.»
Σταμάτησα.
«Τι ακριβώς;»
Δεν απάντησε.
Κοίταξα τη Μάρα.
Εκείνη τον κοίταξε.
Και τότε είδα κάτι στα μάτια της.
Ανησυχία.
Όχι για την υπόθεση.
Για μένα.
Με έβαλαν στο ασθενοφόρο.
Ο χώρος ήταν μικρός και φωτεινός.
Μια νοσηλεύτρια τοποθέτησε αισθητήρες στην κοιλιά μου.
Η καρδιά του μωρού ακούστηκε μέσα από το μηχάνημα.
Γρήγορα.
Σταθερά.
Ζωντανά.
Έκλεισα τα μάτια.
«Είσαι εδώ», ψιθύρισα.
Ένα λεπτό αργότερα, η Μάρα μπήκε στο ασθενοφόρο.
Δεν φορούσε πλέον το επαγγελματικό της χαμόγελο.
Κάθισε απέναντί μου.
«Κλερ, πρέπει να σου πω κάτι πριν φτάσουμε στο νοσοκομείο.»
«Τι;»
Έβγαλε από την τσάντα της τον φάκελο που είχε βρεθεί στο γραφείο της Βικτόρια.
Τον ακούμπησε μπροστά μου.
Διάβασα το όνομά μου.
Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου.
«Αυτός ο φάκελος δημιουργήθηκε πριν από οκτώ μήνες.»
«Πριν από οκτώ μήνες…»
«Ναι.»
«Πριν μάθουν ότι ερευνούσα την εταιρεία;»
Η Μάρα με κοίταξε.
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.»
Άνοιξα τον φάκελο.
Υπήρχε μια σελίδα που δεν είχα ξαναδεί.
Μια σελίδα με ημερομηνία.
Οκτώ μήνες πριν.
Και μια σύντομη σημείωση:
Η ΚΛΕΡ ΜΟΡΓΚΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΝΤΡΕΥΤΕΙ ΤΟΝ ΕΒΑΝ ΜΠΕΛΑΚΟΥΡ.
Τα δάχτυλά μου πάγωσαν.
Κοίταξα τη Μάρα.
«Τι είναι αυτό;»
Δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν ξέρουμε ακόμα.»
«Ποιος το έγραψε;»
«Δεν υπάρχει όνομα.»
«Γιατί έπρεπε να παντρευτώ τον Έβαν;»
Η Μάρα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Αυτό προσπαθούμε να μάθουμε.»
Μια δυνατή συστολή με έκανε να κλείσω τα μάτια.
Η νοσηλεύτρια έσκυψε πάνω μου.
«Κλερ, μείνε μαζί μας.»
Αλλά το μυαλό μου είχε ήδη επιστρέψει σε όλα όσα είχαν συμβεί.
Την πρώτη μας γνωριμία.
Την οικογένεια.
Τον γάμο.
Την εγκυμοσύνη.
Τις περίεργες συμπεριφορές.
Τις οικονομικές συναλλαγές.
Την υπογραφή του Έβαν.
Και τώρα…
αυτό.
Η Κλερ Μόργκαν πρέπει να παντρευτεί τον Έβαν Μπελακούρ.
Δεν είχα παντρευτεί έναν άντρα που απλώς είχε ένα οικογενειακό μυστικό.
Ίσως κάποιος είχε σχεδιάσει τον γάμο μας.
Και αν αυτό ήταν αλήθεια…
τότε υπήρχε μόνο μία ερώτηση που με τρόμαζε περισσότερο από όλες.
Γιατί;
Στο κτήμα, η έφοδος συνεχιζόταν.
Η Μάρα είχε αφήσει πίσω της μια ομάδα για να ερευνήσει το υπόγειο.
Εκεί βρήκαν ένα δωμάτιο που δεν υπήρχε σε κανένα σχέδιο του κτήματος.
Πίσω από έναν τοίχο.
Χωρίς παράθυρα.
Χωρίς πινακίδα.
Μόνο μια βαριά μεταλλική πόρτα.
Ο πράκτορας έσκυψε στην κλειδαριά.
«Χρειάζεται κλειδί.»
«Έχουμε το κλειδί;»
«Όχι.»
Τότε ένας ηλικιωμένος υπάλληλος του κτήματος πλησίασε.
Έδειχνε τρομοκρατημένος.
«Ξέρω πώς ανοίγει.»
Οι πράκτορες γύρισαν προς το μέρος του.
«Πώς;»
Ο άντρας κοίταξε γύρω του.
«Ο κύριος Μπελακούρ δεν επέτρεπε ποτέ σε κανέναν να μπει εκεί.»
«Γιατί;»
Ο ηλικιωμένος κατάπιε δύσκολα.
«Έλεγε ότι εκεί μέσα υπήρχε η αλήθεια.»
Η πόρτα άνοιξε.
Και μέσα…
υπήρχε ένα τραπέζι.
Πάνω του υπήρχαν δεκάδες φάκελοι.
Φωτογραφίες.
Τραπεζικά έγγραφα.
Και ένας φάκελος στην κορυφή.
Με το όνομα:
CLAIRE MORGAN — ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΑΜΟ.
Ο πράκτορας άνοιξε τον φάκελο.
Και μέσα βρήκε κάτι που έκανε ακόμα και τους έμπειρους ερευνητές να σιωπήσουν.
Μια φωτογραφία.
Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί πολλά χρόνια πριν γνωρίσω τον Έβαν.
Και στο πίσω μέρος υπήρχε μια χειρόγραφη πρόταση:
«Αν παντρευτεί τον Έβαν, θα έχει πρόσβαση σε όλα.»
Αλλά κανείς δεν είχε γράψει τι ακριβώς σήμαινε το «όλα».
Και κανείς δεν μπορούσε ακόμα να εξηγήσει…
ποιος είχε επιλέξει εμένα από την αρχή.

0 comments:
Post a Comment