ΜΕΡΟΣ 2 — Το μπλε φορτηγάκι κάτω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα και η πρώτη ανατριχιαστική ένδειξη ότι ο πατέρας της Άσλεϊ δεν είχε εξαφανιστεί όπως όλοι πίστευαν
Το μπλε φορτηγάκι βρισκόταν στραβωμένο κάτω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα.
Η μπροστινή πλευρά είχε υποστεί σοβαρές ζημιές.
Τα φώτα ήταν σβηστά.
Η βροχή είχε γεμίσει τον δρόμο νερά.
Η Νάταλι έφτασε λίγα λεπτά αργότερα.
Ένας υπάλληλος οδικής βοήθειας στεκόταν δίπλα στο όχημα.
«Το βρήκαμε έτσι.»
«Υπήρχε κάποιος μέσα;»
«Όχι.»
«Αίμα;»
Ο άντρας δίστασε.
«Λίγο. Στο κάθισμα του οδηγού.»
Η Νάταλι ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Κάλεσες αστυνομία;»
«Εσύ είσαι η αστυνομία.»
Η Νάταλι πλησίασε.
Στο εσωτερικό του φορτηγού υπήρχε ένα αναποδογυρισμένο σακί.
Μια απόδειξη από φαρμακείο.
Ένα μικρό μπουκάλι νερό.
Και κάτι που την έκανε να σταματήσει.
Ένα παιδικό αυτοκόλλητο.
«Μπράβο, μπαμπά!»
Ήταν κολλημένο πάνω στο ταμπλό.
Η Νάταλι έσκυψε.
Κάτω από το κάθισμα βρήκε μια σακούλα από φαρμακείο.
Μέσα υπήρχε ένα φάρμακο.
Το όνομα της Άσλεϊ.
Η ημερομηνία ήταν τέσσερις ημέρες πριν.
Ακριβώς την ημέρα που ο Άντριου είχε φύγει.
Δεν είχε εξαφανιστεί.
Είχε πράγματι πάει να πάρει το φάρμακό της.
Αλλά τι είχε συμβεί μετά;
Η έρευνα ξεκίνησε.
Οι αστυνομικοί έψαξαν την περιοχή.
Βρήκαν ίχνη από παπούτσια.
Ένα σκισμένο κομμάτι από μπουφάν.
Και λίγο πιο πέρα, ένα κινητό τηλέφωνο.
Η οθόνη ήταν σπασμένη.
Η τελευταία εξερχόμενη κλήση ήταν προς το νοσοκομείο.
Η Νάταλι κοίταξε την ώρα.
Λίγα λεπτά πριν από το ατύχημα.
Την ίδια ώρα που ο Άντριου είχε αφήσει το σπίτι.
Κάτι είχε συμβεί στον δρόμο.
Και τώρα η Άσλεϊ βρισκόταν μόνη στο νοσοκομείο.
Η κατάσταση της ήταν σοβαρή.
Όταν η Νάταλι πήγε να τη δει, η μικρή ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Ο ορός έτρεχε αργά.
Ο Μπάντι βρισκόταν δίπλα στο μαξιλάρι.
«Νάταλι;»
«Εδώ είμαι.»
«Βρήκες τον μπαμπά μου;»
Η Νάταλι κάθισε δίπλα της.
«Βρήκα το φορτηγάκι του.»
Τα μάτια της Άσλεϊ γέμισαν φόβο.
«Είναι καλά;»
Η Νάταλι δεν μπορούσε να της πει ψέματα.
«Δεν ξέρουμε ακόμα.»
Η Άσλεϊ έκλεισε τα μάτια.
«Ο μπαμπάς είπε ότι πρέπει να είμαι γενναία.»
«Ήταν καλός μαζί σου;»
«Ο καλύτερος.»
Η Νάταλι κράτησε σημειώσεις.
«Τότε γιατί φοβόσουν όταν ήρθα;»
Η Άσλεϊ κοίταξε τον Μπάντι.
«Επειδή ο μπαμπάς μου είπε ότι οι άνθρωποι με στολές θα με πάρουν μακριά.»
Η Νάταλι πάγωσε.
«Γιατί σου το είπε αυτό;»
«Δεν ξέρω.»
Έπειτα η Άσλεϊ ψιθύρισε:
«Μου έλεγε ότι η αγάπη σημαίνει να κρατάς μυστικά.»
Η Νάταλι σήκωσε το βλέμμα.
«Τι μυστικά;»
Η Άσλεϊ δεν απάντησε.
Μόνο αγκάλιασε τον Μπάντι.
«Δεν μπορώ.»
«Εντάξει.»
Η Νάταλι δεν την πίεσε.
Όμως το ίδιο βράδυ, όταν επέστρεψε στο σπίτι της Άσλεϊ, βρήκε κάτι που δεν είχε δει την πρώτη φορά.
Στο πίσω μέρος ενός ντουλαπιού υπήρχε ένας φάκελος.
Πάνω του ήταν γραμμένο:
«Για την Άσλεϊ, όταν μεγαλώσει.»
Η Νάταλι ένιωσε ένα ρίγος.
Τον άνοιξε.
Και μέσα υπήρχε μόνο μία φωτογραφία.
Ο Άντριου.
Η Άσλεϊ.
Και μια γυναίκα που η Νάταλι δεν γνώριζε.
Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας υπήρχαν τρεις λέξεις:
«Δεν είναι όπως νομίζεις.»

0 comments:
Post a Comment