ΜΕΡΟΣ 3 — Ο Ντέρεκ πίστεψε ότι είχα αποφασίσει να παραδώσω τα αδέρφια μου και άρχισε να σχεδιάζει το «τέλειο» μέλλον μας — αλλά ένα τηλεφώνημα από τη δικηγόρο μου αποκάλυψε ότι είχε ήδη κάνει κάτι που δεν μπορούσα να του συγχωρήσω
Τις επόμενες ημέρες, ο Ντέρεκ έγινε ξαφνικά υπερβολικά χαρούμενος.
Άρχισε να ψάχνει σπίτια.
«Κοίτα αυτό!»
Μου έδειχνε φωτογραφίες.
Μεγάλη κουζίνα.
Μεγάλη αυλή.
Τρία υπνοδωμάτια.
«Αυτό θα είναι το δωμάτιο των παιδιών μας», είπε.
Κοίταξα την οθόνη.
«Και πού θα είναι ο Έλι και ο Φιν;»
«Μα είπες ότι θα το τακτοποιήσεις.»
«Είπα ότι θα κάνω τις απαραίτητες arrangements.»
Δεν κατάλαβε.
Και αυτό ήταν το ενδιαφέρον.
Είχε ήδη αποφασίσει ότι τα παιδιά θα εξαφανίζονταν από τη ζωή μας.
Χωρίς να ρωτήσει καν πώς.
Μία εβδομάδα αργότερα, πήγα στο γραφείο της δικηγόρου μου.
Η κυρία Μόργκαν διάβασε τα έγγραφα που είχα φέρει.
«Οι γονείς σου σε όρισαν ξεκάθαρα ως προτιμώμενη κηδεμόνα.»
«Μπορεί ο αρραβωνιαστικός μου να με αναγκάσει να τα παραδώσω;»
«Όχι.»
Ένιωσα ανακούφιση.
«Ακόμα κι αν παντρευτούμε;»
«Δεν μπορεί να αποφασίσει μόνος του.»
Τότε η δικηγόρος έσκυψε προς τα εμπρός.
«Αλλά υπάρχει κάτι άλλο.»
«Τι;»
«Αν ο Ντέρεκ πιέζει να απομακρυνθούν τα παιδιά, θα πρέπει να το γνωρίζουμε. Κράτα κάθε μήνυμα.»
«Γιατί;»
«Επειδή αν προσπαθήσει να επηρεάσει την κηδεμονία ή να παρουσιάσει την κατάσταση διαφορετικά, θα χρειαστούμε αποδείξεις.»
Έβγαλα το τηλέφωνό μου.
Είχα ήδη αρκετές.
Όμως η Μόργκαν δεν είχε τελειώσει.
«Έχει κάνει κάτι άλλο;»
«Δεν ξέρω.»
«Μάθε.»
Εκείνο το βράδυ, όταν γύρισα σπίτι, ο Ντέρεκ δεν ήταν εκεί.
Ο Έλι ζωγράφιζε στο τραπέζι.
Ο Φιν έπαιζε στο πάτωμα.
«Πού είναι ο Ντέρεκ;»
Ο Έλι σήκωσε τους ώμους.
«Πήγε να μιλήσει με έναν κύριο.»
«Ποιον κύριο;»
«Δεν ξέρω.»
Ο Φιν όμως μίλησε.
«Είπε ότι θα βρει ένα σπίτι για εμάς.»
Πάγωσα.
«Τι σπίτι;»
«Ένα μέρος με άλλους ανθρώπους.»
Κοίταξα τον Φιν.
«Σου είπε κάτι άλλο;»
Το παιδί έγνεψε.
«Είπε ότι δεν θα χρειάζεται να σε βλέπουμε τόσο πολύ.»
Ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου.
Ο Ντέρεκ δεν περίμενε καν να αποφασίσω.
Είχε ήδη αρχίσει να τους προετοιμάζει για την εγκατάλειψη.
Το βράδυ, όταν επέστρεψε, δεν του είπα τίποτα.
Αντίθετα, χαμογέλασα.
«Πώς πήγε;»
«Καλά.»
«Πού ήσουν;»
«Έκανα μερικά τηλεφωνήματα.»
«Για το σπίτι;»
«Ναι.»
Τον κοίταξα.
«Ντέρεκ, είσαι ευτυχισμένος;»
Γέλασε.
«Φυσικά.»
Δεν ήξερε ότι την επόμενη μέρα θα λάμβανε το πρώτο σημάδι ότι το σχέδιό του δεν πήγαινε όπως νόμιζε.
Το πρωί, η δικηγόρος μου μού τηλεφώνησε.
«Έλα στο γραφείο μου όσο πιο γρήγορα μπορείς.»
«Γιατί;»
«Βρήκαμε κάτι.»
«Τι;»
Η φωνή της χαμήλωσε.
«Ο Ντέρεκ έχει ήδη μιλήσει με υπηρεσία ανάδοχης φροντίδας.»
Έκλεισα τα μάτια.
Δεν χρειαζόμουν άλλη απόδειξη.
Τώρα χρειαζόταν να αποφασίσω πώς θα τον αντιμετώπιζα.
Και είχα μια ιδέα.

0 comments:
Post a Comment