ΜΕΡΟΣ 3 — «ΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑ, ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΣΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΑ ΝΑ ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ»
Το ξημέρωμα έφερε μαζί του σειρήνες.
Ολόκληρο το Πάιν Ριτζ γέμισε οχήματα.
Οι άντρες που φρουρούσαν το κτήμα δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν.
Οι αρχές μπήκαν από την κύρια πύλη.
Ο αδερφός του Τζούλιαν συνελήφθη ενώ προσπαθούσε να απομακρύνει οικονομικά αρχεία.
Αλλά εγώ δεν μπορούσα να χαρώ.
Κρατούσα εκείνη τη σελίδα.
«Ο Άρθουρ δεν σου είπε ακόμη ποιος πραγματικά σκότωσε τον Τζούλιαν.»
Κοίταξα τον Μάρκους.
«Ο Άρθουρ ήξερε;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Αυτό ήταν αρκετό.
«Μάρκους…»
«Δεν ξέρω όλη την αλήθεια.»
«Τότε ποια αλήθεια ξέρεις;»
Έβγαλε έναν φάκελο.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες.
Ο Τζούλιαν σε ένα πάρκινγκ.
Ο Τζούλιαν να μιλά με κάποιον.
Ο Τζούλιαν να κοιτάζει πίσω του σαν να φοβόταν ότι τον παρακολουθούν.
Και μία τελευταία φωτογραφία.
Τραβηγμένη τρεις μέρες πριν πεθάνει.
Ο Τζούλιαν βρισκόταν έξω από ένα μικρό ξενοδοχείο.
Δίπλα του στεκόταν…
ο Άρθουρ.
«Ο πεθερός μου;»
Ο Μάρκους έγνεψε.
«Ο Τζούλιαν συναντήθηκε μαζί του εκείνο το βράδυ.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω.»
Πήρα τη φωτογραφία.
Και τότε πρόσεξα κάτι στο βάθος.
Ένα αυτοκίνητο.
Το ίδιο αυτοκίνητο που είχα δει την ημέρα που πέθανε ο Τζούλιαν.
Το είχα αναγνωρίσει.
Ήταν του Άρθουρ.
«Μου είπαν ότι ο θάνατός του ήταν ατύχημα.»
«Έτσι καταγράφηκε.»
«Αλλά δεν ήταν;»
Ο Μάρκους δεν απάντησε.
Το ίδιο απόγευμα, ο Άρθουρ ζήτησε να με δει.
Μπήκε στο δωμάτιο αργά.
Φαινόταν πολύ μεγαλύτερος από την προηγούμενη μέρα.
«Έλενα…»
«Θέλω την αλήθεια.»
Έμεινε σιωπηλός.
«Ο Τζούλιαν πέθανε εξαιτίας σου;»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Όχι.»
«Τότε γιατί τον συνάντησες τρεις μέρες πριν πεθάνει;»
Ο Άρθουρ έκλεισε τα μάτια.
«Γιατί ήξερα ότι ο γιος μου είχε μπλέξει σε κάτι πολύ σκοτεινό.»
«Και γιατί δεν τον σταμάτησες;»
«Γιατί φοβήθηκα.»
«Φοβήθηκες τον δικό σου γιο;»
Έγνεψε.
«Τον φοβόμουν περισσότερο απ' όσο φοβόμουν να χάσω την οικογένειά μου.»
Δεν ήξερα τι να πιστέψω.
Τότε ο Άρθουρ είπε:
«Ο Τζούλιαν δεν πέθανε εκείνο το βράδυ.»
Πάγωσα.
«Τι;»
«Όταν έφυγε από το ξενοδοχείο, ήταν ζωντανός.»
Η ανάσα μου κόπηκε.
«Τότε πότε πέθανε;»
Ο Άρθουρ με κοίταξε.
«Ώρες αργότερα.»
Και μου έδωσε ένα δεύτερο φάκελο.
Μέσα υπήρχε μια ιατρική αναφορά.
Η ώρα θανάτου δεν συμφωνούσε με αυτή που μου είχαν πει.
Υπήρχε διαφορά σχεδόν έξι ωρών.
Έξι ώρες που κανείς δεν είχε εξηγήσει.
Κοίταξα τον Μάρκους.
«Γιατί δεν το ήξερες;»
«Γιατί κάποιος φρόντισε να εξαφανιστεί η αρχική αναφορά.»
Ένιωσα ένα κρύο ρεύμα.
Δεν είχαμε απλώς μια οικονομική απάτη.
Είχαμε κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Και τότε το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Άγνωστος αριθμός.
Σήκωσα.
Μια αντρική φωνή είπε:
«Έλενα… αν θέλεις να μάθεις ποιος σκότωσε τον άντρα σου, έλα μόνη σου στο παλιό λιμάνι.»
«Ποιος είσαι;»
Η γραμμή έκλεισε.
Κοίταξα τον Μάρκους.
«Δεν θα πας μόνη.»
Αλλά δεν ξέραμε ότι κάποιος ήδη μας παρακολουθούσε.

0 comments:
Post a Comment