ΜΕΡΟΣ 3 — ΑΝΟΙΞΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ ΟΤΙ ΟΛΗ ΜΟΥ Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΒΑΣΙΖΟΤΑΝ ΣΕ ΕΝΑ ΨΕΜΑ
Το επόμενο γράμμα ήταν διαφορετικό.
Δεν το είχε γράψει η Κάρμεν.
Ήταν γραμμένο από τον Μιγκέλ.
Η ημερομηνία ήταν πριν από είκοσι δύο χρόνια.
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
«Μαμά…»
Έτσι ξεκινούσε.
«Μαμά, ξέρω ότι πιστεύεις πως σε εγκατέλειψα.»
Συνέχισα.
Ο Μιγκέλ έγραφε ότι είχε ερωτευτεί τη μητέρα μου.
Η οικογένεια δεν είχε εγκρίνει τη σχέση.
Υπήρχαν διαφωνίες.
Κατηγορίες.
Ένταση.
Και τελικά ο Μιγκέλ είχε φύγει από το σπίτι.
Αλλά δεν είχε ξεχάσει ποτέ τη μητέρα του.
Το πιο σημαντικό όμως ήταν αυτό:
«Δεν θα φύγω από τη ζωή του παιδιού μου.»
Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε.
Ο πατέρας μου ήθελε να είναι στη ζωή μου.
Γιατί λοιπόν δεν ήταν;
Στο τέλος του γράμματος υπήρχε μια φράση:
«Αν κάτι μου συμβεί, μην πιστέψεις ό,τι θα σου πουν.»
Πάγωσα.
Τι είχε συμβεί;
Διάβασα το επόμενο.
Ο Μιγκέλ έλεγε ότι κάποιος τον απειλούσε.
Δεν έγραφε όνομα.
Μόνο:
«Δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν από την οικογένεια.»
Τότε άκουσα έναν θόρυβο έξω από το σπίτι.
Πετάχτηκα.
Πήγα προς την πόρτα.
Κανείς.
Μόνο ένας άντρας περπατούσε στο σοκάκι.
Με κοίταξε.
Και συνέχισε τον δρόμο του.
Έκλεισα την πόρτα.
Για πρώτη φορά ένιωσα φόβο.
Την επόμενη μέρα πήγα να βρω τη μητέρα μου.
Ήθελα απαντήσεις.
«Μαμά, ποια ήταν η Κάρμεν;»
Το πρόσωπό της άλλαξε.
Μόνο για ένα δευτερόλεπτο.
Αλλά το είδα.
«Γιατί ρωτάς;»
«Γιατί πέθανε.»
Σώπασε.
«Και μου άφησε γράμμα.»
Η μητέρα μου κάθισε.
«Τι σου είπε;»
«Ότι ήταν η γιαγιά μου.»
Το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή.
Η μητέρα μου άρχισε να κλαίει.
«Δεν ήθελα να το μάθεις έτσι.»
«Άρα είναι αλήθεια;»
Δεν απάντησε.
«Ο πατέρας μου ζούσε;»
«Ντιέγκο…»
«Σου έκανα μια ερώτηση.»
Εκείνη έκλεισε τα μάτια.
«Ο πατέρας σου δεν πέθανε τότε που σου είπα.»
Ένιωσα σαν να με χτύπησε κάτι.
«Τι;»
«Έφυγε.»
«Πού;»
«Δεν ξέρω.»
«Μου είπες ότι πέθανε.»
«Ήμουν νέα. Φοβόμουν.»
«Γιατί μου είπες ψέματα;»
Η μητέρα μου έκλαψε.
«Γιατί κάποιος μου είπε ότι ήταν καλύτερο να μην τον ψάξουμε.»
«Ποιος;»
Δεν απάντησε.
«Ποιος;»
Τότε ψιθύρισε ένα όνομα.
«Ο θείος σου, ο Ρικάρντο.»
Δεν γνώριζα σχεδόν τίποτα για τον Ρικάρντο.
Ήταν αδελφός του πατέρα μου.
Η μητέρα μου μου είπε ότι είχε προσπαθήσει να «προστατεύσει» την οικογένεια.
Αλλά τώρα όλα έμοιαζαν διαφορετικά.
Έβγαλα από την τσάντα μου το γράμμα.
«Η Κάρμεν έγραψε ότι ο Μιγκέλ φοβόταν κάποιον.»
Η μητέρα μου κοίταξε το χαρτί.
«Ο Ρικάρντο.»
Εκείνο το βράδυ επέστρεψα στο σπίτι της Κάρμεν.
Έψαξα ξανά.
Στο κάτω μέρος μιας ντουλάπας βρήκα ένα μεταλλικό κουτί.
Κλειδωμένο.
Μέσα υπήρχε ένα κλειδί.
Το κλειδί άνοιγε ένα μικρό συρτάρι στο παλιό γραφείο.
Εκεί βρήκα κάτι που δεν περίμενα ποτέ.
Ένα πιστοποιητικό.
Μια παλιά φωτογραφία.
Και έναν αριθμό τηλεφώνου.
Πάνω από τον αριθμό υπήρχαν δύο λέξεις:
«Αν επιστρέψει.»
Ποιος θα επέστρεφε;
Και γιατί η Κάρμεν περίμενε κάποιον;
Πήρα το τηλέφωνό μου.
Ήμουν έτοιμος να καλέσω.
Αλλά πριν πατήσω το κουμπί, το κινητό μου χτύπησε.
Άγνωστος αριθμός.
«Παρακαλώ;»
Κανείς δεν μίλησε.
Μετά ακούστηκε μια αντρική φωνή.
«Ντιέγκο…»
Πάγωσα.
«Ποιος είσαι;»
Η φωνή απάντησε:
«Αν είσαι πραγματικά ο γιος του Μιγκέλ, πρέπει να φύγεις από το σπίτι της Κάρμεν αμέσως.»

0 comments:
Post a Comment