ΜΕΡΟΣ 4 — ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΝΑ ΦΥΓΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΑΡΜΕΝ… ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ΠΡΟΛΑΒΩ ΝΑ ΡΩΤΗΣΩ ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ, Η ΓΡΑΜΜΗ ΕΚΟΨΕ
«Ποιος είσαι;»
Σιωπή.
«Πώς ξέρεις το όνομά μου;»
«Ξέρω περισσότερα απ’ όσα νομίζεις.»
«Τι θέλεις;»
«Να σε προστατεύσω.»
«Από ποιον;»
Η φωνή χαμήλωσε.
«Από τον Ρικάρντο.»
Η γραμμή έκλεισε.
Έμεινα να κοιτάζω το τηλέφωνο.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να φοβηθώ ή να θυμώσω.
Αλλά υπήρχε κάτι που ήξερα.
Δεν μπορούσα να φύγω.
Όχι τώρα.
Όχι όταν ήμουν τόσο κοντά στην αλήθεια.
Έψαξα ξανά το σπίτι.
Και τελικά βρήκα ένα παλιό ημερολόγιο.
Οι τελευταίες σελίδες ήταν γραμμένες με αδύναμα γράμματα.
Η Κάρμεν είχε γράψει:
«Ο Ντιέγκο ήρθε σήμερα.»
«Μου μοιάζει τόσο πολύ με τον Μιγκέλ.»
«Δεν μπορώ να του πω ακόμα.»
«Πρέπει πρώτα να βεβαιωθώ ότι είναι ασφαλής.»
Και μετά:
«Αν ο Ρικάρντο μάθει ότι ο Ντιέγκο ξέρει, όλα θα τελειώσουν.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Τι ακριβώς ήξερε ο Ρικάρντο;
Την επόμενη ημέρα πήγα να τον βρω.
Η μητέρα μου μου έδωσε μια παλιά διεύθυνση.
Έφτασα σε ένα μεγάλο σπίτι έξω από την πόλη.
Χτύπησα.
Ένας άντρας περίπου εξήντα ετών άνοιξε.
Με κοίταξε.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε.
«Ντιέγκο;»
«Ναι.»
«Τι κάνεις εδώ;»
«Θέλω να μιλήσουμε για τον Μιγκέλ.»
Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
«Δεν υπάρχει τίποτα να πούμε.»
«Η Κάρμεν μου άφησε γράμματα.»
Σιωπή.
«Ξέρω ότι ο πατέρας μου δεν πέθανε όταν ήμουν μικρός.»
Ο Ρικάρντο έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.
«Ποιος σου το είπε;»
«Η μητέρα μου.»
«Και τι άλλο σου είπε;»
«Ότι εσύ της είπες να μην τον ψάξει.»
Ο Ρικάρντο χαμογέλασε.
«Η μητέρα σου ήταν τρομαγμένη.»
«Γιατί;»
Δεν απάντησε.
«Πού είναι ο πατέρας μου;»
Το βλέμμα του σκοτείνιασε.
«Ντιέγκο, υπάρχουν πράγματα που είναι καλύτερο να μείνουν θαμμένα.»
«Για μένα όχι.»
«Δεν ξέρεις τι ψάχνεις.»
«Τότε πες μου.»
Ο Ρικάρντο έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
«Ο πατέρας σου έκανε επιλογές.»
«Ποιες;»
«Έφυγε.»
«Δεν είναι αλήθεια.»
Για πρώτη φορά ο Ρικάρντο έχασε την ψυχραιμία του.
«Δεν ξέρεις τίποτα για εκείνον!»
«Τότε γιατί φοβάσαι τόσο πολύ να μου μιλήσεις;»
Έμεινε σιωπηλός.
Και τότε είδα κάτι.
Στο γραφείο πίσω του υπήρχε μια φωτογραφία.
Ο Μιγκέλ.
Αλλά δίπλα του στεκόταν ένας άλλος άντρας.
Άγνωστος.
Πλησίασα.
Ο Ρικάρντο προσπάθησε να κρύψει τη φωτογραφία.
«Ποιος είναι αυτός;»
«Κανείς.»
«Πάλι αυτή η λέξη.»
«Φύγε.»
«Θέλω την αλήθεια.»
«Φύγε, Ντιέγκο.»
Έφυγα.
Αλλά πριν κλείσει η πόρτα, τον άκουσα να λέει:
«Η Κάρμεν δεν έπρεπε να σε βρει ποτέ.»
Εκείνη τη νύχτα δέχτηκα ξανά τηλεφώνημα.
«Είσαι μόνος;»
Ήταν η ίδια φωνή.
«Ναι.»
«Βρήκες τη φωτογραφία;»
Πάγωσα.
«Πώς το ξέρεις;»
«Γιατί ήμουν εκεί όταν τραβήχτηκε.»
«Ποιος είσαι;»
«Το όνομά μου είναι Σαμουέλ.»
«Πού είσαι;»
«Δεν έχει σημασία.»
«Ξέρεις τον πατέρα μου;»
«Τον ήξερα καλύτερα απ’ όλους.»
«Είναι νεκρός;»
Σιωπή.
«Όχι.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σταματά.
«Τι είπες;»
«Ο πατέρας σου δεν πέθανε.»
«Τότε πού είναι;»
Η φωνή του ψιθύρισε:
«Είναι ζωντανός.»

0 comments:
Post a Comment