ΜΕΡΟΣ 4 — «Όταν η κατάσταση της 76χρονης χειροτέρεψε ξαφνικά, ο Σαμ πίστεψε ότι το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής του είχε τελειώσει — μέχρι που η Σούζαν του ζήτησε να ανοίξει τον τελευταίο φάκελο της μητέρας του»
Η κατάσταση της Σούζαν άρχισε να αλλάζει.
Κάποιες ημέρες ήταν καλύτερα.
Άλλες δεν μπορούσε σχεδόν να σηκωθεί.
Η οικογένειά της είχε πλέον αρχίσει να περνάει χρόνο μαζί της.
Και αυτό ήταν κάτι που ήθελα περισσότερο από οτιδήποτε.
Όμως ένα πρωί ξύπνησα από έναν παράξενο θόρυβο.
«Σούζαν;»
Δεν απάντησε.
Έτρεξα στο δωμάτιό της.
Ήταν ξύπνια, αλλά εξαντλημένη.
«Χρειάζεσαι γιατρό;»
Κούνησε αργά το κεφάλι.
«Όχι ακόμα.»
«Μη μου λες όχι μόνο και μόνο για να μη με ανησυχήσεις.»
Χαμογέλασε αδύναμα.
«Μου θυμίζεις τη μητέρα σου.»
Η φράση με έκανε να παγώσω.
«Πώς;»
«Ανησυχούσε πάντα περισσότερο για τους άλλους από ό,τι για τον εαυτό της.»
Κάθισα δίπλα της.
Τότε η Σούζαν έδειξε το συρτάρι.
«Υπάρχει κάτι ακόμα.»
Άνοιξα το συρτάρι.
Εκεί βρισκόταν ο τελευταίος φάκελος.
Δεν είχε ανοιχτεί.
Το όνομά μου ήταν γραμμένο επάνω.
«Γιατί δεν μου τον έδωσες μαζί με τους άλλους;»
«Επειδή δεν ήμουν σίγουρη ότι έπρεπε.»
«Τι γράφει;»
«Δεν ξέρω.»
«Δεν τον διάβασες;»
«Η μητέρα σου μου είπε να μην τον ανοίξω.»
Κοίταξα τον φάκελο.
«Τότε γιατί μου τον δίνεις τώρα;»
Η Σούζαν χαμογέλασε.
«Επειδή τώρα ξέρεις ότι δεν χρειάζεται να γυρίσεις πίσω για να διορθώσεις κάτι.»
Άνοιξα τον φάκελο.
Μέσα υπήρχε ένα μόνο φύλλο.
Η γραφή της μητέρας μου ήταν πιο αδύναμη από τα προηγούμενα γράμματα.
Διάβασα αργά.
Δεν ήταν επιστολή γεμάτη εξηγήσεις.
Ήταν μια απλή παράκληση.
Η μητέρα μου έγραφε ότι δεν ήθελε τα παιδιά της να περάσουν τη ζωή τους προσπαθώντας να αποδείξουν ότι την αγαπούσαν.
Ήθελε να ζήσουν.
Να κάνουν λάθη.
Να φύγουν.
Να επιστρέψουν όταν μπορούν.
Και κυρίως, να μην πιστέψουν ποτέ ότι η αγάπη μετριέται από το πόσο πολύ θυσιάζεσαι.
Έκλαψα.
Η Σούζαν με άφησε να κλάψω.
Ύστερα είπε:
«Τώρα πρέπει να κάνεις κάτι για μένα.»
«Τι;»
«Να υποσχεθείς ότι δεν θα χρησιμοποιήσεις εμένα για να τιμωρείς τον εαυτό σου.»
Σήκωσα το κεφάλι.
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Κάθε φορά που με φροντίζεις, θέλω να το κάνεις επειδή με αγαπάς. Όχι επειδή πιστεύεις ότι έτσι ξεπληρώνεις κάτι που δεν μπορείς να αλλάξεις.»
Τα λόγια της με διέλυσαν.
«Το υπόσχομαι.»
«Καλώς.»
Έπειτα μου χαμογέλασε.
«Τώρα φέρε μου λίγο νερό.»
Γέλασα μέσα στα δάκρυά μου.
«Αυτό μόνο ήθελες;»
«Όχι. Θέλω και μπισκότα.»
«Αυτό γίνεται ακριβό.»
«Τότε ίσως τελικά να κυνηγάς την περιουσία μου.»
Για πρώτη φορά, γελάσαμε και οι δύο δυνατά.
Από το διάδρομο ακούστηκε η φωνή της Λόρα.
«Γιαγιά;»
«Εδώ είμαι!»
Η οικογένειά της είχε αρχίσει να ξαναχτίζει κάτι.
Και πίστευα πως όλα θα πήγαιναν καλύτερα.
Μέχρι που εκείνο το βράδυ ο Γκρεγκ χτύπησε την πόρτα μου μόνος του.
Το πρόσωπό του ήταν σοβαρό.
«Σαμ, πρέπει να σου μιλήσω.»
Και αυτή τη φορά, δεν ήρθε για να κατηγορήσει κανέναν.
Ήρθε για να μου αποκαλύψει γιατί είχε φοβηθεί τόσο πολύ όταν έμαθε ότι η μητέρα του είχε μετακομίσει στο σπίτι μου.

0 comments:
Post a Comment