ΜΕΡΟΣ 4 — Η ΛΙΛΙ ΡΩΤΗΣΕ ΓΙΑΤΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΕ ΝΑ ΤΗ ΓΝΩΡΙΣΕΙ, ΚΑΙ Ο ΡΟΜΠΕΡΤ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΘΑΨΕΙ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ
Εκείνο το βράδυ καθίσαμε όλοι μαζί στο ξενοδοχείο.
Η Λίλι ήταν ανάμεσά μας.
Ο Ρόμπερτ απέναντι.
Ο Τόνι δίπλα της.
Και εγώ κρατούσα τα χέρια μου σφιχτά μεταξύ τους.
«Ο μπαμπάς μου ήξερε ότι θα πέθαινε;» επανέλαβε.
Ο Ρόμπερτ πήρε βαθιά ανάσα.
«Όχι, αγάπη μου. Δεν ήξερε.»
«Τότε γιατί πέθανε;»
Η σιωπή ήταν βαριά.
«Ήταν ένα ατύχημα», είπα.
Η Λίλι κοίταξε τον Ρόμπερτ.
«Ήταν καλός άνθρωπος;»
Ο Ρόμπερτ δεν δίστασε.
«Ήταν ο καλύτερος γιος που είχα.»
Μετά άρχισε να της μιλά για εκείνον.
Για τις πρώτες του δουλειές.
Για τα λάθη του.
Για τα όνειρά του.
Για το πώς μιλούσε για εκείνη πριν καν γεννηθεί.
«Είχε ήδη διαλέξει όνομα;» ρώτησε η Λίλι.
Κοίταξα τον Ρόμπερτ.
Εκείνος κοίταξε εμένα.
«Ναι», είπε.
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
Δεν είχα πει ποτέ αυτή την ιστορία στη Λίλι.
«Ποιο;»
Ο Ρόμπερτ χαμογέλασε.
«Λίλι.»
Η κόρη μου άνοιξε τα μάτια.
«Το όνομά μου;»
Έγνεψα.
«Το είχαμε συζητήσει πριν πεθάνει.»
Η Λίλι άγγιξε το στήθος της.
«Άρα το διάλεξε κι εκείνος;»
«Ναι.»
Τα μάτια της γέμισαν.
Ο Τόνι της έπιασε το χέρι.
«Τώρα καταλαβαίνεις γιατί έπρεπε να έρθει ο Ρόμπερτ;» ρώτησα.
Η Λίλι κοίταξε τον Τόνι.
«Ναι.»
Μετά όμως τον ρώτησε:
«Γιατί δεν το είπες στη μαμά;»
Ο Τόνι κοίταξε κάτω.
«Φοβήθηκα.»
«Γιατί;»
«Φοβήθηκα ότι θα θυμώσεις.»
Η Λίλι χαμογέλασε αχνά.
«Η μαμά θυμώνει όταν φοβάται.»
Κοίταξα τον Τόνι.
«Έχει δίκιο.»
Για πρώτη φορά εκείνο το ταξίδι, γελάσαμε όλοι.
Αλλά το επόμενο πρωί η κατάσταση άλλαξε.
Η Λίλι ξύπνησε πολύ κουρασμένη.
Δεν ήθελε πρωινό.
Δεν ήθελε να μιλήσει.
Ο γιατρός που συνεργαζόταν με το νοσοκομείο του ξενοδοχείου μάς είπε να είμαστε προσεκτικοί.
Δεν ήθελα να φύγουμε.
Ο Τόνι επίσης όχι.
Ο Ρόμπερτ όμως έκανε κάτι που δεν περίμενα.
Πήρε το τηλέφωνό του και τηλεφώνησε σε κάποιον.
Μισή ώρα αργότερα, μας είπε:
«Δεν χρειάζεται να φύγετε ακόμα.»
«Τι εννοείς;»
«Έχω φροντίσει να μείνουμε.»
«Πώς;»
«Πλήρωσα το ξενοδοχείο.»
Τον κοίταξα.
«Δεν χρειάζεται να πληρώνεις τα πάντα.»
«Δεν το κάνω για εσένα.»
Κοίταξε τη Λίλι.
«Το κάνω για εκείνη.»
Η Λίλι τον άκουσε.
«Παππού;»
«Ναι;»
«Μπορώ να σου ζητήσω κάτι;»
«Οτιδήποτε.»
«Θέλω να μου πεις άλλη μία ιστορία για τον μπαμπά.»
Ο Ρόμπερτ χαμογέλασε.
Και άρχισε.
Μόνο που αυτή τη φορά η ιστορία είχε ένα όνομα που δεν είχα ακούσει ποτέ.
Μια γυναίκα.
Μια γυναίκα που είχε υπάρξει πολύ κοντά στον Άνταμ πριν από εμένα.
Και ξαφνικά κατάλαβα ότι υπήρχαν ακόμη κομμάτια της ζωής του που κανείς δεν μου είχε πει.

0 comments:
Post a Comment