ΜΕΡΟΣ 4: Ο Ρικ ομολόγησε ότι γνώριζε πως η Χάνα ζούσε — όμως οι αστυνομικοί ανακάλυψαν ότι κάποιος άλλος πλήρωνε για να την κρατούν κρυμμένη
Η εξαφάνιση του Ντάνιελ έκανε την υπόθεση ακόμη πιο σκοτεινή.
Οι αστυνομικοί έψαχναν παντού.
Το τηλέφωνό του ήταν κλειστό.
Το αυτοκίνητό του είχε βρεθεί εγκαταλελειμμένο.
Το σπίτι του ήταν άδειο.
Και κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν.
Ο Ρικ εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό ανάκριση.
Κάποια στιγμή, ο επικεφαλής βγήκε από την αίθουσα.
«Κυρία Ρόουντς...»
«Τι;»
«Ο σύζυγός σας θέλει να σας μιλήσει.»
Δεν ήθελα.
Αλλά μπήκα.
Κάθισα απέναντί του.
«Πες μου την αλήθεια.»
Ο Ρικ με κοίταξε.
«Δεν ήθελα να σου κάνω κακό.»
«Έντεκα χρόνια.»
«Ξέρω.»
«Έντεκα χρόνια πίστευα ότι το παιδί μου ήταν νεκρό.»
«Το ξέρω.»
«Και εσύ ήξερες ότι ήταν ζωντανή.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Ναι.»
Η λέξη αυτή με διέλυσε.
«Πότε τη βρήκες;»
«Λίγες μέρες μετά την εξαφάνισή της.»
«Τι;»
«Την είχα βρει.»
«Πού;»
«Σε ένα παλιό σπίτι έξω από την πόλη.»
«Και γιατί δεν την έφερες σπίτι;»
Ο Ρικ άρχισε να κλαίει.
«Γιατί φοβόμουν.»
«Από ποιον;»
«Από εκείνους που την είχαν πάρει.»
«Ποιοι ήταν;»
«Δεν ξέρω.»
«Μη μου λες ψέματα!»
Χτύπησα το τραπέζι.
«Πού ήταν η κόρη μου;»
Ο Ρικ με κοίταξε.
«Την είχαν πείσει ότι δεν έπρεπε να επιστρέψει.»
«Και εσύ τους πίστεψες;»
«Όχι.»
«Τότε;»
«Την είδα.»
Σταμάτησε.
«Ήταν φοβισμένη.»
«Και;»
«Μου είπε ότι δεν ήθελε να γυρίσει.»
Έκλεισα τα μάτια.
«Ήταν έντεκα ετών!»
«Το ξέρω.»
«Ήταν παιδί!»
«Το ξέρω!»
Ο Ρικ έκλαιγε.
«Έκανα το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.»
«Όχι», του είπα. «Έκανες μια επιλογή. Και μετά την επανέλαβες για έντεκα χρόνια.»
Δεν απάντησε.
Οι αστυνομικοί ανακάλυψαν τις τραπεζικές συναλλαγές.
Κάθε έξι μήνες.
Ίδιο ποσό.
Ίδιος λογαριασμός.
Για έντεκα χρόνια.
«Ποιος έστελνε τα χρήματα;» ρώτησα.
Ο επικεφαλής απάντησε:
«Ο Ντάνιελ.»
«Γιατί;»
«Αυτό δεν το ξέρουμε ακόμη.»
Στη συνέχεια βρήκαν κάτι ακόμη.
Ένα συμβόλαιο ενοικίασης.
Το αγρόκτημα είχε νοικιαστεί με πλαστό όνομα.
Αλλά η υπογραφή...
Ήταν του Ντάνιελ.
Ο Ρικ το αρνήθηκε.
«Δεν ήξερα ότι το έκανε.»
Οι αστυνομικοί όμως δεν τον πίστευαν.
Και εγώ δεν ήξερα πλέον τι να πιστέψω.
Η Χάνα άρχισε σταδιακά να θυμάται.
Θυμήθηκε ένα τραγούδι.
Ένα δωμάτιο.
Μια παλιά μπλε κουβέρτα.
Και έναν άντρα που την επισκεπτόταν.
«Ήταν ο Ντάνιελ», είπε.
«Τι σου έλεγε;»
«Ότι ο πατέρας μου με αγαπούσε.»
«Και η μητέρα σου;»
Η Χάνα κοίταξε κάτω.
«Μου είπε ότι η μητέρα μου είχε πεθάνει.»
Ένιωσα σαν να με χτύπησαν.
«Γιατί;»
«Για να μην προσπαθήσω να φύγω.»
«Ποιος το έκανε αυτό;»
Η Χάνα σήκωσε το βλέμμα.
«Δεν ξέρω.»
Μετά όμως θυμήθηκε κάτι.
«Υπήρχε κι άλλος.»
«Ποιος;»
«Ένας άντρας που ερχόταν τη νύχτα.»
«Πώς ήταν;»
Η Χάνα έκλεισε τα μάτια.
«Δεν ξέρω.»
«Θυμάσαι κάτι;»
«Είχε ένα σημάδι στο χέρι.»
Ο αστυνομικός κατέγραψε την πληροφορία.
«Και κάτι ακόμη.»
Η Χάνα έδειξε τα σκουλαρίκια.
«Μου είπε ότι αυτά θα μας πρόδιδαν.»
«Ποιος;»
Η Χάνα άρχισε να κλαίει.
«Ο άνθρωπος που τα πήρε από μένα.»
Κανείς δεν μίλησε.
Γιατί τώρα υπήρχε κάτι που δεν ταίριαζε.
Ο Ρικ είχε τα σκουλαρίκια.
Ο Ντάνιελ πλήρωνε.
Και ένας τρίτος άντρας είχε εμφανιστεί στο αγρόκτημα.
Ποιος ήταν ο πραγματικός εγκέφαλος πίσω από την εξαφάνιση της Χάνα;

0 comments:
Post a Comment